Ολα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τον καταρράκτη

Η χειρουργική αντιμετώπιση δεν απαιτεί πλέον ράμματα, ενώ είναι μικρότερη και η διάρκεια της ανάρρωσης • Με την υπογραφή του Μιχάλη Κεφαλογιάννη

Με την πάροδο των χρόνων η όραση φθίνει. Ο καταρράκτης είναι αποτέλεσμα της φυσικής διαδικασίας γήρανσης και είναι κάτι από το οποίο κινδυνεύουμε όλοι, ειδικά μετά την ηλικία των 60 ετών.


Τα νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι από καταρράκτη πάσχουν 65.200.000 άνθρωποι παγκοσμίως, ενώ η νόσος ευθύνεται για το 15,5% των περιστατικών μέτριας έως σοβαρής διαταραχής της όρασης στη δυτική Ευρώπη και το 21% των κρουσμάτων τύφλωσης.
Ο καταρράκτης, όμως, δεν αφορά μόνο την τρίτη ηλικία. Σημαντική αύξηση παρουσιάζεται κατά τα τελευταία χρόνια και σε μικρότερες, πιο παραγωγικές ηλικίες, των 50 ή και των 40 ετών, ενώ μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και σε βρέφη.

«Πίσω από την ίριδα (το χρωματιστό τμήμα του οφθαλμού) υπάρχει ο κρυσταλλοειδής φακός μέσα σε έναν διαφανή σάκο που ονομάζεται περιφάκιο. Ο φακός εστιάζει και μας επιτρέπει να βλέπουμε με ευκρίνεια. Καταρράκτης λοιπόν είναι η θόλωση του κρυσταλλοειδούς φακού. Οταν αναπτυχθεί ο καταρράκτης, ο κρυσταλλοειδής φακός γίνεται αδιαφανής, με αποτέλεσμα το φως να μην περνά στον αμφιβληστροειδή σωστά και να μειώνεται η όραση» εξηγεί ο Βασίλειος Πετρόπουλος, χειρουργός - οφθαλμίατρος. Οι περισσότεροι άνθρωποι εμφανίζουν θόλωση του φακού κατά κανόνα από την ηλικία των 65 και άνω, λόγω της διαδικασίας της γήρανσης.

Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στην εκδήλωση του καταρράκτη. Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να είναι ο σακχαρώδης διαβήτης, η πολύ υψηλή μυωπία, το οικογενειακό ιστορικό, η κατανάλωση αλκοόλ, το χρόνιο κάπνισμα, η έκθεση στον ήλιο χωρίς προστασία, η λήψη φαρμάκων για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμα και κάποιο ατύχημα ή μια πολύ σοβαρή φλεγμονή του οφθαλμού, που μπορεί να οδηγήσει σε άμεση θόλωση του φακού. Υπάρχουν ακόμη και περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα παιδί μπορεί να γεννηθεί με καταρράκτη (συγγενής καταρράκτης).

 ▲ Ποια είναι τα συμπτώματα
Ο καταρράκτης εκδηλώνεται κυρίως με θόλωμα της όρασης του ασθενούς, η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί με τη χρήση γυαλιών. Ομως αυτό δεν είναι το μοναδικό σύμπτωμα.
Εκδηλώνεται με τη μείωση της χρωματικής αντίληψης ή με την ενόχληση από τον ήλιο, ενώ ο ασθενής δεν νιώθει πόνο. Επίσης ο ασθενής με καταρράκτη μπορεί να δει αύξηση της μυωπίας ή μείωση της υπερμετρωπίας, με συνέπεια να πρέπει να αλλάξει τα γυαλιά του.
Ακόμα ένα σύμπτωμα είναι η διπλωπία, δηλαδή να βλέπει διπλά με κάθε μάτι χωριστά.

▲ Πώς αντιμετωπίζεται
Σε αρχικό στάδιο της νόσου μπορεί να χορηγηθούν γυαλιά οράσεως και ο ασθενής να είναι ευχαριστημένος. Ωστόσο, όταν η νόσος προχωρήσει, τότε η χειρουργική επέμβαση είναι ο μόνος τρόπος αποκατάστασης της όρασης. Δεν υπάρχουν τρόποι πρόληψης ή θεραπείας με φαρμακευτική αγωγή. «Ο ασθενής πρέπει να οδηγηθεί στο χειρουργείο όταν το θάμβος αρχίσει να τον περιορίζει στην καθημερινότητά του, όπως στη βραδινή οδήγηση, στο διάβασμα, στην παρακολούθηση τηλεόρασης, σε ασχολίες που απαιτούν λεπτομερή παρατήρηση αντικειμένων, ή όταν ο ασθενής χειρίζεται πολλές ώρες υπολογιστή και δυσκολεύεται να αντεπεξέλθει» επισημαίνει ο κ. Πετρόπουλος.Οπως ο ίδιος τονίζει, η αντίληψη ότι ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί στην επέμβαση όταν ο καταρράκτης έχει «ωριμάσει» είναι πλέον παρελθόν. Αντιθέτως, όταν ο καταρράκτης έχει «ωριμάσει» πολύ, η επέμβαση καθίσταται πιο δύσκολη.
 
▲ Νεότερες εξελίξεις
Σήμερα η χειρουργική αντιμετώπιση του καταρράκτη γίνεται με την τεχνική της φακοθρυψίας με υπερήχους. «Η επέμβαση γίνεται με τοπική αναισθησία με οφθαλμικές σταγόνες. Με μία πολύ μικρή τομή 2-3 χιλιοστών στον κερατοειδή χιτώνα του οφθαλμού και με τη βοήθεια ειδικών εργαλείων γίνεται ένα “κυκλικό άνοιγμα” στο πρόσθιο περιφάκιο του φακού. Στη συνέχεια ρευστοποιείται και αναρροφάται ο καταρρακτικός φακός, και στο τέλος τοποθετείται ο τεχνητός ενδοφθάλμιος φακός, ο οποίος είναι μόνιμος» λέει ο κ. Πετρόπουλος. Στη διαδικασία αυτή δεν υπάρχουν καθόλου ράμματα και η διάρκεια της ανάρρωσης είναι πολύ μικρότερη.
«Η πιο σύγχρονη μέθοδος γίνεται με λέιζερ. Ενώ στη συμβατική επέμβαση η τομή και το άνοιγμα στο περιφάκιο γίνονται με το χέρι, με τη χρήση της μεθόδου του λέιζερ οι ενέργειες αυτές γίνονται αυτόματα από το μηχάνημα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και με μεγαλύτερη ακρίβεια. Επίσης αυτόματα από το μηχάνημα εκτελείται η κατάτμηση του καταρρακτικού φακού» προσθέτει ο ίδιος. Και στις δύο μεθόδους χρησιμοποιούμε ενδοφακό, ο οποίος μπορεί να είναι είτε απλός είτε πολυεστιακός. Ο ασθενής μετά την επέμβαση παραμένει στον χώρο του χειρουργείου για να να του δοθούν οι μετεγχειρητικές οδηγίες. Η όραση ανακτάται άμεσα, ο ασθενής δεν χρειάζεται να διανυκτερεύσει στο νοσοκομείο, καθώς μπορεί να επιστρέψει στις καθημερινές του δραστηριότητες από την επόμενη κιόλας ημέρα, ενώ δεν χρειάζεται να κλείσει ο χειρουργημένος οφθαλμός με γάζα. Ο θεράπων ιατρός χορηγεί στον ασθενή κολλύρια τα οποία θα πρέπει να χρησιμοποιήσει ο ασθενής στο σπίτι για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Επίσης για ένα διάστημα ο ασθενής θα πρέπει να είναι προσεκτικός όσον αφορά την υγιεινή του ματιού.

Υπάρχει κίνδυνος επιπλοκών;

Ολες οι χειρουργικές επεμβάσεις έχουν ποσοστό επιπλοκών. Παρότι η επέμβαση του καταρράκτη θεωρείται από τον κόσμο μία απλή επέμβαση χωρίς μεγάλο ποσοστό επικινδυνότητας, πρόκειται για μία από τις λεπτότερες χειρουργικές επεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα. Η χειρουργική δεινότητα του οφθαλμιάτρου είναι ζωτικής σημασίας για το τελικό αποτέλεσμα.

«Η πιο σοβαρή επιπλοκή που μπορεί να συμβεί σε μία επέμβαση καταρράκτη είναι η ενδοφθαλμίτιδα (ενδοφθάλμια μικροβιακή φλεγμονή). Αλλες σοβαρές επιπλοκές που μπορεί να εμφανιστούν είναι η αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, κυστικό οίδημα ωχράς κηλίδος και από υπερβολική χρήση υπερήχων ανεπάρκεια ενδοθηλίου κερατοειδούς. Για τον λόγο αυτόν χρειάζεται μεγάλη πείρα, σωστή τεχνική και τακτική παρακολούθηση μετά την επέμβαση από τον θεράποντα ιατρό» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Πετρόπουλος.

Επίσης, μερικούς μήνες μετά την επέμβαση του καταρράκτη ή και μερικά χρόνια ενδέχεται ο σάκος που περιέχει τον φακό (το περιφάκιο) στο οπίσθιο μέρος του να θολώσει από πολλαπλασιασμό των κυττάρων του φακού. Η αντιμετώπιση αυτής της θόλωσης είναι αρκετά απλή και πραγματοποιείται με τη βοήθεια ενός ειδικού λέιζερ.
«Δυστυχώς δεν υπάρχει πρόληψη για τον καταρράκτη. Κανείς δεν μπορεί να σταματήσει το ρολόι του χρόνου. Γι' αυτό όταν παρουσιαστεί η ένδειξη, τότε ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί στην επέμβαση στον σωστό χρόνο, έτσι ώστε να αποφευχθούν τυχόν επιπλοκές κατά τη διάρκεια της επέμβασης λόγω ώριμου ή υπερώριμου καταρράκτη» καταλήγει ο ίδιος.