Τα «χρόνια και τα χαρτιά» του Κωστή Παλαμά

Μνήμες παιδικές σκληρών χρόνων, δύστυχων, μνήμες ορφάνιας και αναμνήσεις ηρωικές από την πολιτεία, που ο Κωστής Παλαμάς συνάντησε σε μικρή ηλικία, μετά την πρόωρη απώλεια των γονέων του

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Το κουτί με τους στρατιώτες. Το ταμπούρλο. Το σπαθί. Η αγία τριάς. Το τρισυπόστατον ιδεώδες. Το σπαθί προσήγγιζεν εις την πραγματικότητα τα όνειρά μου, όνειρα λεβεντιάς, παλληκαριάς, δόξης. Το ξίφος του αξιωματικού μ’ εθάμβωνε, οσάκις συγκατέβαινε κάποιος να μου το αφήση προς στιγμήν διά να το ζωσθώ, εχόρταινα εις την ωραίαν στιγμήν εκείνην όλην μου την δίψαν της ανδρικότητος, το ανάστημά μου εψήλωνε και εξωγκούτο ως αι σκιαί μας εις ωρισμένας θέσεις του φωτός, εγιγάντευα. Φαντασθήτε να το έχω κτήμα μου το σπαθί αυτό, έστω και μικρογραφημένον πρωτοχρονιάτικο, να το τραβώ έξω από την θήκην του όταν και όπως θέλω, να σχίζω με αυτό, έστω και τον αέρα, να σοβώ εις τους δρόμους και να κινώ τον φθόνον των αόπλων και απολέμων συνομηλίκων μου! Οσον διά το ταμπούρλο, ήτο το θορυβώδες συμπλήρωμα του σιωπηλότερου οπωσδήποτε σπαθιού, η βροντή της αστραπής. Η ποίησίς μου και η μουσική μου. Ερρύθμιζε το βήμα μου και την σκέψιν μου. Με απεμάκρυνεν από την ακινησίαν, η οποία μάς φέρει εις την αποτελμάτωσιν, έθετεν ως όρον του βίου μου την ωραίαν κανονικήν κίνησιν. Σύμβολον του ρυθμού, όστις είναι η ψυχή των πάντων. Και αν επί τέλους εξεκούφαινα τα αυτιά των οικείων και των γειτόνων, δεν επείραζεν. Ας είναι καλά η ιδέα!

Αλλά ποτέ δεν θα λησμονήσω την γοητείαν εις την οποίαν με είχε βυθίσει το κουτί με τους στρατιώτες, μποναμάς της αγαπημένης μου εξαδέλφης, της Αννίκας. Από τότε μου έτυχε να συναντήσω εις το ρεύμα της ζωής μου αγιοβασιλιάτικα στρατιωτάκια παντός είδους, μεγέθους και ποιότητος, ξύλινα, μολυβένια, επάργυρα, από των χονδροειδέστερον μαστορεμένων μέχρι των καλλιτεχνικότερον λειτουργημένων».

Μνήμες παιδικές σκληρών χρόνων, δύστυχων, μνήμες ορφάνιας και αναμνήσεις ηρωικές από την πολιτεία που ο Κωστής Παλαμάς συνάντησε σε μικρή ηλικία, μετά την πρόωρη απώλεια των γονέων του: «Σα γύρισα στο σπίτι, ούτε πατέρας, ούτε μητέρα. Μόνο η μεγαλόκορμη μεγαλόπρεπη γιαγιά, η Αλτάνη. Πόσο καιρό βάσταξε η ζωή μου στ’ ορφανεμένο σπίτι; Σωστά δεν ξέρω. Ξέρω πως το σπίτι κι’ ύστερ’ από την καταστροφή ζούσε από τη φροντίδα της γιαγιάς μου, από τα τρεξίματα και τα παιχνίδια των παιδιών. Από το πρώτο μου ταξίδι δε θυμούμαι τίποτε. Ξέρω πως ξημερωθήκαμε ο μεγαλύτερος αδερφός μου κ’ εγώ στο Μεσολόγγι».

Από την Πάτρα, στο Μεσολόγγι, «στη νησόσπαρτη λίμνη που το μαϊστράλι/ από θαλασσινή δυναμωμένο αρμύρα./ Ταράζει πέρα το φυκόστρωτο ακρογιάλι./ Μ’ έρριξ’ εκεί πεντάρφανο παιδάκι η Μοίρα./ Εκεί ο Βοριάς με τη Νοτιά, εκεί η πλημμύρα./ Σε μάχη με τη ρήχη βρίσκεται μεγάλη./ Μακριά, μέσ’ στου πελάγου τον καταποτήρα/ Του ήλιου χάνεται το υπέρλαμπρο κοράλλι» («Πατρίδες»).

Στο Μεσολόγγι, στην πατρογονική κατοικία της οικογένειας, ο Κωστής Παλαμάς φθάνει σε χρόνους κρίσιμους για τη χώρα και τον Ελληνισμό, και γνωρίζει μιαν ατμόσφαιρα «κορεσμένη από τις ενθύμησες κι’ από τα καυχήματα του ‘21. Εδώ, άλλωστε, είχε εγκατασταθεί περίπου έναν αιώνα πριν ο πρόγονός του Παναγιώτης Παλαμάς από τη Θεσσαλία, και διδάσκαλος του εθναπόστολου Αιτωλού Κοσμά στην Αθωνιάδα Ακαδημία, και είχε ιδρύσει στα 1760 την Παλαμαία Ακαδημία, ένα από τα πλέον σημαντικά πνευματικά κέντρα της περιόδου της Τουρκοκρατίας, με τριακόσιους μαθητές. Σύζυγός του, μία «νεάνις, εκ των ευπατριδών της πόλεως», και η θυγατέρα του Αλεξάνδρα παντρεύτηκε τον πρόκριτο Χρήστο Καψάλη, ο οποίος διέθεσε την περιουσία του για τον αγώνα, μία από τις κατοικίες του στον Λόρδο Βύρωνα και με την είσοδο των Τούρκων στη μαρτυρική πόλη ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη.
Οι γιοι του Παναγιώτη Παλαμά, Ιωάννης και Γρηγόριος, συνέχισαν τη θαυμαστή διδακτική του αποστολή στο Μεσολόγγι, στην Αθήνα, στην Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό, ο ανεψιός του Ευστάθιος στην Κωνσταντινούπολη και στο Βουκουρέστι. Το διδακτικό έργο του συνέχισαν με ζήλο ακόμη πολλά μέλη της οικογένειας και άλλα συμμετείχαν ενεργά στους αγώνες κατά τη διάρκεια των πολιορκιών και στην Εξοδο του Μεσολογγίου.

«Στον τόπο που μ’ ωδήγησαν ορφανό για το ξανάχτισμα της φωλιάς μου και που μού έγινε η δεύτερη πατρίδα, κ’ ύστερα και η μόνη μέσα μου που μού απόμεινε μικρή πατρίδα στη μεγάλη αγνάντια, στον τόπο εκείνον επήγα συνοδευόμενος με κάτι ακριβό και με κάτι παράξενο. Μ’ ένα βιβλίο και μ’ ένα σκουλαρίκι. Το βιβλίο στο χέρι και το σκουλαρίκι στ’ αυτί. Το βιβλίο, ο “Γεροστάθης”, χρυσοδεμένο, και το σκουλαρίκι χρυσό. Το βιβλίο μπορεί να μου το είχε προμηθευμένο η μητέρα μου, όμως εκείνης το τάξιμο το σκουλαρίκι. Αλλιώτικα έκρινεν η μοίρα με το σκουλαρίκι μου. Το βιβλίο που κρατώντας το πάτησαν τα καινούρια χρώματα που θα μού γίνονταν πατρίδα, το βιβλίο συμβόλιζε το δρόμο που θάπαιρνε ο νους μου. Το σκουλαρίκι είτανε κάτι άλλο. Σύμβολο μυστηριακό, έδειχνε το δρόμο που θα έπρεπε να πάρει η βούλησή μου. Το δρόμο που θα μ’ έκανε ικανόν όχι μονάχα να ονειρευθώ, μονάχα να τραγουδήσω, μα, για να τη ζήσω τη ζωή, το δρόμο που θα μ’ έκανε αφέντης να σταθώ απάνω σε κάποια πράγματα, ορθός με χαραχτήρα και πολεμιστής με θέληση. Το σκουλαρίκι που το έβαλε η μητέρα μου στ’ αυτί μου, καθώς γεννήθηκα, παίρνοντας χρυσάφι για να το σκαλίση από σαράντα πρωτοστέφανες νυφάδες».

Στο Μεσολόγγι ο Κωστής Παλαμάς ανακαλύπτει την πραγματική του πατρίδα και τους προγόνους, καθώς η πατρογονική κατοικία κατακλύζεται από τις μνήμες της Εξόδου και του ολοκαυτώματος: «Εις την αίθουσαν του σπιτιού μας, την επίσημη σάλα των εορτών και των υποδοχών, ευρίσκοντο κρεμασμένα επάνω εις τον τοίχον δύο κειμήλια. Ενα στεφάνι και μία εικών. Η εικών παρίστα την πολυύμνητον Εξοδον της ηρωϊκής φρουράς του Μεσολογγίου. Το στεφάνι ήτο εξ αμαράντων. Το είχε προσφέρει ο Δήμος του Μεσολογγίου εις τον σεβάσμιον θείον μου, τον καθηγητήν, διά τον ωραίον πανηγυρικόν τον οποίον εξ ονόματος του Δήμου είχεν απαγγείλει την Κυριακήν των Βαΐων, το 1858, από του νεκροταφείου του κήπου των Ηρώων».

Εκεί, άλλωστε, επρόκειτο να συναντήσει αγωνιστές (επιζώντες της εποποιίας), να αφήσει τη φαντασία του να ζωντανέψει μέσα από τις διηγήσεις τους τις ηρωικές πράξεις, τα θρυλικά κατορθώματα, και από τα ερείπια και τους προμαχώνες να αφήσει τη φαντασία του να συνθέτει προσωπικές εικόνες: «Στον ανεμόμυλο, στο χάλασμα, μιαν ώρα/ πριν της αυγής το χαμογέλασμα ροδίσει,/ των τουρκομάχων ο λαός γυρνά απ’ τον Αδη,/ ξαναφιλεί τη γη την πολεμοθρεμμένη,/ το χάλασμα σαν κάστρο το ξαναστυλώνει,/ βροντάν τα καριοφίλια, αντιλαλούν οι νίκες,/ και γύρω η λιμνοθάλασσα γοργοσπαράζει/ σαν ολόμαυρο μάτι από θυμό αναμμένο» («Στον ανεμόμυλο»).

Από τα πρώτα του βήματα στο Μεσολόγγι ο Παλαμάς θα γνωρίσει και θα επικοινωνήσει νωρίς με την ευρωπαϊκή σκέψη, μέσα από το πνεύμα του φιλελληνισμού, τα κατάλοιπα διανοούμενων, συγγραφέων και ποιητών, τα έργα σημαντικών καλλιτεχνών, τους οποίους είχε εμπνεύσει το θυσιαστικό ταξίδι του Γένους προς την ελευθερία. Αυτή η μοναδική και πλούσια εμπειρία θα παροξύνει το πνεύμα του, θα τον οδηγήσει στον ρομαντισμό, στην αποδοχή των πνευματικών αναζητήσεων και στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής συνείδησης.
«Τρέμουν ακόμα ολόγιομοι της Φαντασίας οι τόποι./ Μα πρώτα απ’ όλα ευλογητός και παινεμένος που έκραξες/ “Ω Μεσολόγγι! Μπότσαρη! Κανάρη! Κρήτη! Ελλάδα!”/ Το Εικοσιένα, ο Σολωμός και το δικό σου ανάκρασμα!/ Χαίρε, στον όρθρο ενός Καιρού, τρίφωτη εσύ λαμπάδα» («Τα εκατόχρονα του Ουγκώ», 1902).

Με αυτές τις εικόνες, τα βιώματα, τις εμπειρίες των παιδικών του χρόνων, είχε απαγγείλει ο ίδιος στο Μεσολόγγι, στην εκατοστή επέτειο της Εξόδου: «Γη μοιρόγραφη, πάνε εκατό χρόνια!/ Πώς τη δαρμένη κράτησες Ελλάδα/ στο λυγισμένο το κορμί σου απάνου/ Γη στοιχειωμένη./ Τα γιοφύρια; Γκρεμός! Και τα παιδάκια;/ Πνιγμός! Οι δρόμοι από παντού πιασμένοι/ του γλυτωμού. Η σφαγή, ο χαμός, η φλόγα,/ ψυχή δε μένει.../ Μεσολόγγι! Χαρά της Ιστορίας!/ Γη επαγγελμένη! Πάνε εκατό χρόνια,/ κι ας πάνε. Η θύμηση άχρονη μπροστά σου/ θα γονατίζει!» («Η Δόξα στο Μεσολόγγι», 1926).
(στα 160 χρόνια από τη γέννηση του Κ. Παλαμά)