Καιάδας: Ιστορίες και θρύλοι

Ο Παυσανίας μιλά για «απότομο και βαθύ βάραθρο», κατά την περιγραφή της μυθιστορηματικής απόδρασης του Μεσσήνιου θρυλικού ήρωα και επαναστάτη Αριστομένη

Από τον 
Πέτρο Θέμελη

Ο Καιάδας ταυτίζεται συνήθως χωρίς σοβαρά επιχειρήματα με τους «αποθέτες», λάκκους ή βάραθρα, όπου οι Σπαρτιάτες, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες μαρτυρίες, έριχναν ανάπηρα ή καχεκτικά βρέφη.

Ο Παυσανίας μιλά για «απότομο και βαθύ βάραθρο», κατά την περιγραφή της μυθιστορηματικής απόδρασης του Μεσσήνιου θρυλικού ήρωα και επαναστάτη Αριστομένη. Ο Θουκυδίδης, ο οποίος αναφέρει την τοπική λαϊκή παράδοση, την οποία ακολούθησαν και ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί, τοποθετεί τον Καιάδα στις χαράδρες κοντά στο χωριό Παρόρι της περιοχής του Μυστρά ή σε ένα από τα φαράγγια του Ταϋγέτου, μετά το χωριό Τρύπη, δίπλα στον δρόμο που οδηγεί στην Καλαμάτα. Η δεύτερη αυτή θέση είναι γνωστή και σήμερα ως Καιάδας, όπως δηλώνεται σε χάρτες της περιοχής.

Είναι περίεργο αλλά πάντως γεγονός ότι κανείς αρχαιολόγος Ελληνας ή ξένος δεν επιχείρησε εξερεύνηση του βαράθρου της Τρύπης για να επιβεβαιώσει την παράδοση και τις φιλολογικές μαρτυρίες. Η παρουσία του βαράθρου με οστά ανθρώπων στην Τρύπη ήταν τουλάχιστον από τη δεκαετία του ‘60 γνωστή στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Σπάρτης.

Τα θρυλικά και παράτολμα ενίοτε κατορθώματα του Αριστομένη και οι νικηφόρες μάχες του ενάντια στους Σπαρτιάτες είχαν πάρει μυθικές διαστάσεις και απαγγέλλονταν ως έπος, ως δημοτικό τραγούδι κυρίως από τις Μεσσήνιες γυναίκες, όταν ο ήρωας ήταν ακόμα ζωντανός. Οι Μεσσήνιοι, άδοντας τα κατορθώματα του εθνικού τους ήρωα και συντηρώντας ταυτόχρονα τις λατρείες τοπικών ηρώων, ασκούσαν αντίσταση. Ηταν μια μορφή αντίστασης που δεν αποτολμούσε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον κατακτητή, αποδείχτηκε ωστόσο ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς επενεργούσε διαβρωτικά ενάντια στο εξουσιαστικό σπαρτιατικό καθεστώς και συνέβαλλε ταυτόχρονα στη διαμόρφωση μιας μεσσηνιακής εθνικής ταυτότητας.

Μέσα από την «Αριστομενιάδα», κατά το παράδειγμα της «Αχιλληίδος» και άλλων παρόμοιων χαμένων επικών τραγουδιών, πρόβαλε η μορφή του Μεσσήνιου ήρωα, επαινούνταν οι αρετές του, η μεγαλοφροσύνη και το απίστευτο θάρρος του. Θα πρέπει να περιγράφονταν ακόμη σε αυτό η θαυμαστή σωτηρία του από τον Καιάδα, που ισοδυναμούσε με επιστροφή από τον Αδη, η θυσία εκατομφονίων στον Ιθωμάτα Δία (Παυσανίας 4.18.4-19.3), η πτώση της Είρας και η προδοσία του Αριστοκράτη, η κατάχωση της «παρακαταθήκης» στην Ιθώμη, καθώς και άλλες περιπέτειές του, όπου γυναίκες έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο.

Η πιο ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία με τη Σπαρτιάτισσα Αρχιδάμεια, ιέρεια της Δήμητρος στο ιερό της Αίγιλας στη Λακωνική, η οποία τον ελευθέρωσε από την αιχμαλωσία όχι για χρήματα, αλλά γιατί ήταν ερωτευμένη από καιρό μαζί του. Η κάθοδος σε βαθύ σπήλαιο ή σπηλαιοβάραθρο παραπέμπει από μόνη της στην «εις Αδη κάθοδο», γιατί οι είσοδοι προς τον Κάτω Κόσμο, όπως τις φαντάζονταν οι αρχαίοι, ήταν συνήθως στόμια σπηλαιοβαράθρων. Αλλά και το περιβάλλον, μέσα στο οποίο βρέθηκε ο Αριστομένης, στον πάτο του φρέατος, θύμιζε έντονα τον Κάτω Κόσμο. Ο Παυσανίας δίνει έμφαση στο βαθύ σκοτάδι που επικρατούσε εκεί και το περιγράφει, όπως άλλωστε και ο Πολύαινος, «γεμάτο πτώματα και οστά ανθρώπων».

Την πρώτη περιγραφή του σπηλαιοβαράθρου της Τρύπης και την ταύτισή του με τον Καιάδα οφείλουμε στον Γάλλο O. Rayet, ο οποίος το επισκέφθηκε το 1879.

Παραθέτω την περιγραφή του Rayet, γιατί παρουσιάζει, νομίζω, ιδιαίτερο ενδιαφέρον:
«Το βάραθρο της Τρύπης αποτελεί μια τεράστια ρωγμή, κατακόρυφη, ανοιγμένη στο φυσικό ασβεστολιθικό πέτρωμα με πολλές αδρές επιφάνειες στο εσωτερικό. Το σημερινό άνοιγμα βρίσκεται μόνο 12-15 μέτρα από το κατώτατο σημείο και είναι κλεισμένο με μεγάλα βράχια που δεν επιτρέπουν να μπαίνει το φως. (Σήμερα δεν υπάρχουν βράχια μπροστά στην είσοδο). Το κάτω τμήμα της ρωγμής, σε βάθος περίπου 40 μέτρα από την επιφάνεια (όπου πρέπει να βρισκόταν το αρχικό άνοιγμα), είναι ευρύτερο από το επάνω. Ηταν, βεβαίως, το σπηλαιοβάραθρο βαθύτερο απ’ ό,τι φαίνεται, καθώς είναι σήμερα εν μέρει γεμάτο με πέτρες που κύλισαν στο εσωτερικό.

Το δάπεδο του σπηλαίου αποτελείται από μεγάλη μάζα ανθρώπινων οστών ανακατεμένων με χώμα και με αρκετά κομμάτια βράχου πεσμένα από πάνω. Πόσοι σκελετοί υπάρχουν εκεί μέσα είναι αδύνατο να εκτιμήσει κανείς. Υπήρχαν πάντως πάρα πολλοί, γιατί οι τρύπες που έχουν ανοίξει οι κάτοικοι της Τρύπης δείχνουν ότι το στρώμα των οστών είχε μεγάλο πάχος. Τα οστά έχουν γίνει σπογγώδη και τρίβονται εύκολα, ωστόσο μια ασβεστιτική επικάλυψη που δημιουργήθηκε από το νερό τα έχει διατηρήσει πολύ καλά. Ολα τα κρανία που μπόρεσα να μαζέψω ανήκαν σε δυνατούς άνδρες που βρίσκονταν ακόμη στην ακμή τους, αν κρίνει κανείς από τη διατήρηση των δοντιών. Αν μπορέσει κανείς να φωτίσει τον χώρο, διακρίνει οστά σε όλες τις προεξοχές των τοιχωμάτων του σπηλαίου από πάνω ως κάτω. Είναι προφανές ότι οι άνδρες, των οποίων τα οστά βλέπουμε εδώ, είχαν ριχτεί μέσα από το άνω αρχικό άνοιγμα. Ορισμένοι έμειναν αιωρούμενοι πάνω στις αδρές βραχώδεις προεξοχές, ενώ άλλοι έπεσαν στο βάθος και τσακίστηκαν. Με τον ίδιο τρόπο δεν θανατώθηκαν οι αιχμάλωτοι που ρίχτηκαν στον Καιάδα; Ευρισκόμενοι αντιμέτωποι με αυτό το αποκρουστικό θέαμα, δεν μπορεί να μην ανακαλέσουμε στη μνήμη τη γεμάτη πάθος αφήγηση του Παυσανία και δεν είναι εύκολο να αποφύγει κανείς τον πειρασμό να πιστέψει ότι το άνοιγμα αυτό, από το οποίο μπαίνουμε εμείς σήμερα στο σπήλαιο, δεν είναι αυτό από το οποίο διέφυγε ο Αριστομένης, και με την πάροδο του χρόνου διευρύνθηκε».
Η περιγραφή, οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του Rayet δεν διαφέρουν σε τίποτε από τα συμπεράσματα του Βαγγέλη Καμπούρογλου και του ανθρωπολόγου Θεόδωρου Πίτσιου, που πραγματοποίησαν την έρευνα το 1983.

Η μυθιστορηματική απόδραση του Μεσσήνιου θρυλικού ήρωα και επαναστάτη Αριστομένη από τον Καιάδα, όπου τον είχαν ρίξει ζωντανό μαζί με 50 Μεσσήνιους αιχμαλώτους οι Λακεδαιμόνιοι, πρέπει να έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του δεύτερου Μεσσηνιακού Πολέμου, τον 7ο αι. π.Χ. Στον Καιάδα είχε αποφασιστεί να πεταχτεί και το πτώμα του καταδικασμένου σε θάνατο προδότη βασιλιά της Σπάρτης Παυσανία, το 470 π.Χ., ο οποίος όμως ενταφιάστηκε τελικά έξω από το βάθρο, ενώ τα οστά του μεταφέρθηκαν αργότερα στη Σπάρτη. Ο Θουκυδίδης αναφέρει επίσης ότι κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου οι Σπαρτιάτες αφάνισαν 2.000 είλωτες και «κανείς δεν κατάλαβε με ποιον τρόπο θανατώθηκε καθένας από αυτούς». Υπάρχει το ενδεχόμενο να τους πέταξαν στον Καιάδα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εντοπισμός του Καιάδα και κυρίως η επιβεβαίωση της ταύτισης του σπηλαιοβαράθρου της Τρύπης με τον Καιάδα των αρχαίων μαρτυριών, χάρη στις έρευνες που είχε διενεργήσει ο αγαπητός φίλος Θεόδωρος Πίτσιος, με τον γνωστό αθόρυβο αλλά αποτελεσματικό τρόπο του, αποτέλεσε γεγονός τεράστιας επιστημονικής αξίας, αρχαιολογικής, ανθρωπολογικής και ιστορικής.

*Καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας,πρόεδρος Εταιρείας Μεσσηνιακών Αρχαιολογικών Σπουδών