Πόθος για την ελευθερία

Ενα γένος μέσα από στάχτες και ερείπια ακολούθησε με πείσμα μιαν υπερβατική, θυσιαστική πορεία προς την ελευθερία και αναζήτησε με πάθος σε καταστάσεις απόλυτης δοκιμασίας αντοχής και ψυχικού σθένους θέση ισότιμη σε κοινωνία λαών

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο*

Ενας σταθμός μετρό και μία οδός στο Παρίσι φέρουν το όνομα του ήρωα της Επανάστασης του 1821 Μάρκου Μπότσαρη. Η Rue Botzaris (1790-1823, Heros de la guerre d’ Independence Grecque», όπως αναφέρει ο οδοδείκτης), στο 19ο διαμέρισμα της ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, συναντά την οδό που οι Γάλλοι έχουν αφιερώσει σε έναν άλλον εμβληματικό επαναστάτη, στον ηγέτη των κινημάτων ανεξαρτησίας στη Νότια Αμερική, Bolivar. «Μπολιβάρ! Ονομα από μέταλλο και ξύλο. / Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων, / Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης / σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής, / Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων, / ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική» (Νίκος Εγγονόπουλος).

Οι αγώνες των Ελλήνων, το επαναστατικό φρόνημα, τα ηρωικά κατορθώματα και η μαρτυρική πορεία ενός λαού προς την ελευθερία, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο αλλαγών, ανατροπών και εξεγέρσεων, είχαν συνεγείρει την κοινή γνώμη. Οι απολυταρχικές αποφάσεις της Ιεράς Συμμαχίας είχαν ακυρώσει τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης και οι Ευρωπαίοι μονάρχες, προκειμένου να διασφαλίσουν τον νόμο και την τάξη, ύστερα από την κατάρρευση της αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα, είχαν διακηρύξει το δικαίωμα να επεμβαίνουν στρατιωτικά σε τρίτες χώρες για την αντιμετώπιση και την καταστολή των επαναστατικών κινημάτων και εξεγέρσεων.

Το Συνέδριο της Βερόνας (1822), το οποίο καταδίκασε την εξέγερση των Ελλήνων, απασχόλησε επίσης το κίνημα εναντίον του βασιλιά της Ισπανίας, που είχε άμεσο αντίκτυπο στις ισπανικές κτήσεις της Λατινικής Αμερικής, όπου ο Σιμόν Μπολιβάρ διεκδικούσε την ανεξαρτησία των λαών της περιοχής. «Ενα γεγονός χωρίς ιδιαίτερη σημασία» είχε χαρακτηρίσει την Ελληνική Επανάσταση ο Κλέμενς φον Μέττερνιχ, ο «Δον Κιχώτης της νομιμότητας»: «Η υπόθεση αυτή δεν μας απασχολεί επειδή βρίσκεται εκτός των συνόρων του πολιτισμού, πέρα από τα ανατολικά μας σύνορα. Θα κρεμάσουν, ανασκολοπίσουν και θα στραγγαλίσουν τριακόσιες χιλιάδες άτομα». Σε εφαρμογή των αποφάσεων της Συμμαχίας, η Αυστρία κατέπνιξε τις επαναστάσεις στη Νάπολη και στο Πιεμόντε της Ιταλίας.

Η μαρτυρική και επώδυνη διαδρομή ενός λαού καθημαγμένου από μακρά δουλεία, φόνους και στερήσεις, εξαντλητικές βασάνους και δοκιμασίες προς την ελευθερία είχε προκαλέσει έντονη συναισθηματική φόρτιση, ενώ οι παράτολμες ενέργειες, οι εμπλοκές σε άνισες αναμετρήσεις είχαν εξάψει τη φαντασία των προοδευτικών Ευρωπαίων διανοουμένων, είχαν συνεγείρει την κοινή γνώμη και είχαν δημιουργήσει μια αγωνιστική ατμόσφαιρα. «Η πατρίδα του Λεωνίδα και του Μπότσαρη», σημείωνε ο Αύγουστος Φαμπρ, «θα ήταν εύκολο να γίνει σχολή ηρωισμού κι ελευθερίας, κοινό σημείο αναφοράς και συνάντησης των γενναίων όλων των λαών». Ο Γάλλος φιλέλληνας, ποιητής και δημοσιογράφος Φαμπρ, ιδρυτής της εφημερίδας «Βήμα» (όργανο της γαλλικής δημοκρατικής παράταξης), έργα του οποίου απαγόρευσε η λογοκρισία της εποχής, είχε αποδοκιμάσει και επικρίνει με οξύτητα τις ενέργειες των Ευρωπαίων για την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης: «Ηρθαν στην Ελλάδα μαζί με τα βασανιστήρια, μαζί με τον λιμό και τον εμπρησμό. Κάθε μέρα, πάνω στον χάρτη αυτού του σκεπασμένου με αίμα και ερείπια τόπου, σβήνουν τα ονόματα πόλεων που έπαψαν να υπάρχουν, επειδή οι κάτοικοί τους θέλησαν να είναι και να ζουν ελεύθεροι. Με ικανοποίηση μετρούν τους χριστιανούς που οι άξιοι βαθμοφόροι τους οδηγούν στις ερήμους της Αφρικής, στη σκλαβιά και την αρνησιθρησκεία. Αναμένουν με ανυπομονησία την ευτυχή στιγμή όπου η Ελλάδα, εποικισμένη από τους μαύρους του Ντάρφουρ, δεν θα έχει πια τον χριστιανικό της πληθυσμό παρά μόνο τα οστά των πολεμιστών χωμένα κάτω από τα χαλάσματα των οχυρών».

Οταν (Απρίλιος 1926) έφθασε στο Παρίσι η είδηση της άλωσης του Μεσολογγίου, φοιτητές και καλλιτέχνες, απλοί πολίτες και εκπρόσωποι των γραμμάτων σχημάτισαν μια αυθόρμητη διαδήλωση έξω από τα ανάκτορα του Κεραμεικού και απαίτησαν από τον βασιλιά Κάρολο να επέμβει για τη σωτηρία των Ελλήνων. Στον απόηχο των επικών αγώνων, στο θέατρο Οντεόν στο Παρίσι, παρουσιάζεται το έργο του G. Ozeneaux «Η τελευταία ημέρα του Μεσολογγίου», με πρωταγωνιστές τους ήρωες της πόλης, τους αγωνιστές και τον λαό. Στο Λονδίνο ένα μελόδραμα με παρεμφερές θέμα συγκινεί το κοινό, ο Γκαίτε μεταφέρει τον Ευφορίωνα, το εφήμερο τέκνο της Ελένης και του Φάουστ που ταυτίζει με το ρομαντικό και φιλελεύθερο πνεύμα, στο Μεσολόγγι, απ’ όπου διακηρύσσει «Πάντα ψηλότερα ανεβαίνω! Πάντα μακρύτερα κοιτάζω!», ενώ ο Βίκτορ Ουγκό, σε στιγμές ενθουσιασμού και πάθους, προτρέπει «Το τιποτένιο να τρέξει τώρα αίμα των δημίων! / τα χρόνια αρκούν των μαρτυρίων / Στην Ελλάδα! Στην Ελλάδα, ω φίλοι! Εκδίκηση και Λευτεριά!», για να προσθέσει στα «Κεφάλια του Σεραγιού»: «Ολα για σας είναι τιμή, χαρά και πανηγύρια, ηττηθήκατε πάνω στη γη, μα θα νικήσετε μέσα στην ιστορία».
Ενα γένος μέσα από στάχτες και ερείπια ακολούθησε με πείσμα μια υπερβατική, θυσιαστική πορεία προς την ελευθερία και αναζήτησε με πάθος σε καταστάσεις απόλυτης δοκιμασίας αντοχής και ψυχικού σθένους θέση ισότιμη σε κοινωνία λαών. Ενας λαός που «υπέφερεν με υπομονήν και επιμονήν τους τραγικούς και πρωτοφανείς φόνους, τας αιχμαλωσίας, την κατοικίαν επάνω εις τους βράχους, μέσα εις τα σπήλαια και εις τους αγρίους και αβάτους τόπους των βουνών», όπως αναφέρει ο αγωνιστής Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος). «Επεσαν και επνίγησαν εις τας λίμνας, τους βάλτους και εις τους ποταμούς. Εφόνευσαν με τα ίδια των χέρια τα μικρά παιδιά των, εγκρεμίσθησαν κάτω από τους βράχους και απέθαναν».

Ενας αγώνας που διαρκεί και μια πίστη, μία παρακαταθήκη που εξακολουθεί να εμπνέει, να εξάπτει συναισθήματα και να προσκαλεί στη μέθεξη. Εκεί όπου ο θρύλος αναιρεί τις συμβάσεις, εκεί όπου η προσδοκία της πλήρωσης του πόθου κατανικά τον φόβο, την κατάθλιψη και την παραίτηση από τη ζωή.
Τις μικρές στιγμές συναισθηματικής συντριβής σε επετείους μνήμης και «εθνικής ανάτασης» αναιρούν αδόκιμα λήροι λόγοι πολιτικών, ενώ οι εύπεπτες ερμηνείες και εμβριθείς στοχασμοί αμφισβητιών του αιώνος τούτου αδυνατούν να καλύψουν το χάσμα όπου ακροβατεί επικίνδυνα αμνήμων και διά βίου απαίδευτη γενιά. Αλλωστε, μέσα από αποφάσεις και ενέργειες ανατροπής υποφώσκει η ελπίδα, κυρίαρχη και ζωοποιός, που νοηματοδοτεί τον βίο και λειτουργεί ως ιαματικό αντίβαρο σε συνθήκες δυσχέρειας και ταλαιπωρίας.
«Τραγούδι των ηρώων, εμπρός! Εμπρός τραγούδι των ηρώων / Απάνω από τ’ απόσταχτα άναψε, ω φλόγα, λάμψε» (Κ. Παλαμάς).

«Ομως, γιατί οι Ελληνες δεν είχαν απελευθερωθεί ήδη από τον 18ο αιώνα;» γράφει ο Αντρέ Μορουά. «Ο λόγος είναι πως απ’ όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις οι μόνες τελεσφόρες είναι οι πνευματικές. Για να εξεγερθείς πρέπει να πιστέψεις στην εξέγερση. Και μόνο μέσα από τη Γαλλική Επανάσταση οι Ελληνες, όπως άλλωστε οι Ιταλοί και οι Πολωνοί, έμαθαν τις λέξεις: ελευθερία, δικαίωμα των λαών. Τους μετέφρασαν τη “Μασσαλιώτιδα”. Μέσα από τις στροφές του “Τσάιλντ Χάρολντ”, ο Μπάυρον έκανε την Ευρώπη να ενδιαφερθεί για την τύχη τους. Η δουλεία τους έπαψε να είναι φυσικός νόμος. Με άλλα λόγια έπαψαν να είναι σκλάβοι».

Η μικρή κόρη του Γάλλου γλύπτη David d’ Angers κοσμεί τον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι, πάνω στον οποίο ο Μπάιρον έδωσε όρκο πίστης στην Ελλάδα, τη στιγμή που «με την αυγή και η θάλασσα μενεξεδένια λάμπει, και με το φως τα πάντα ξανανιώνουν / Να η άνοιξη γυρίζει, να το χελιδόνι στον Παρθενώνα ξαναχτίζει τη φωλιά του» (Φ. Μιστράλ).