Σκιές ηρώων, μαρτύρων και αγωνιστών της ελευθερίας

Τον απόηχο της φωνής και της μορφής των ηγετών και των μαχητών του 1821 πρόβαλαν τολμηροί ανδρεικελλοπαίκτες που παρουσίασαν στα θεατρίδιά τους τα μεγάλα κατορθώματα, με πρώτο και καλύτερο τον ξακουσμένο Χρήστο Κονιτσιώτη

Από τον
Τάσο Κούζαρο*

Καθώς το νεοελληνικό κράτος διένυε τις πρώτες δεκαετίες της ύπαρξής του, άρχισαν να αποδημούν οι γηραιοί αγωνιστές του ‘21. Ο πανδαμάτωρ χρόνος δεν τους χαρίστηκε. Οι σωματικές πληγές κατά τον άνισο εννιάχρονο αγώνα εναντίον της κραταιής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και τα βάσανα, οι στερήσεις, οι κακουχίες και οι φυλακίσεις κατά τη Βαυαροκρατία λύγισαν τα ατσάλινα κορμιά τους. Κι έτσι ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Μακρυγιάννης και τόσοι άλλοι... «ιερά πλέον σκηνώματα», χωρίς να γευτούν τη χαρά μιας μεγάλης ελεύθερης πατρίδας, οδηγήθηκαν στην τελευταία τους κατοικία από βαρυπενθούντα πλήθη του ευγνώμονος λαού, που του θρυμμάτισαν τις αλυσίδες της δουλείας. Επικήδειοι και επιτάφιοι λόγοι επιφανών πνευματικών ανθρώπων διασάλπισαν στους Πανέλληνες την υπέρτατη υπέρ του γένους θυσία τους, ενώ τα ασίγαστα δάκρυα έραιναν τους φρεσκοσκαμμένους τάφους των.

Ομως, τα χρόνια κύλησαν, ξεχάστηκε ακόμη και πού κείτονταν τα οστά των περισσοτέρων .«Οι μυλόπετρες της Ιστορίας» απειλούσαν να συνθλίψουν το μικρό ελληνικό βασίλειο και τον γενναίο λαό του. Και τότε αυτός ο λαός, ο κληρονόμος του μεγαλείου του ‘21, έστρεφε το βλέμμα του για να αντλήσει παρηγοριά, απαντοχή και θάρρος σ’ ό,τι είχε απομείνει επί γης απ’ τους μεγάλους ηγέτες και μαχητές της Επανάστασης: Τον απόηχο της φωνής τους και τη σκιά τους, όπως προβαλλόταν στη σκηνή του Φασουλή και στον μπερντέ του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών. Ενωρίς τολμηροί ανδρεικελοπαίκτες παρουσίασαν στα θεατρίδιά τους τα μεγάλα κατορθώματα ηρώων και ηρωίδων του ‘21, με πρώτο και καλύτερο τον ξακουσμένο Χρήστο Κονιτσιώτη, που παρίστανε ηρωικά έργα και τραγωδίες, εμμέτρως μάλιστα: «Χθες την εσπέραν (σ.σ.: Τετάρτη 2 Αυγούστου 1895) παρέστησε τον Ηρωα Αθανάσιον Διάκον και η φωνή του μίμου διευθυντού απήγγειλε κατά πρωτοτυπώτατον τρόπον τους δεκαπεντασυλλάβους στίχους αγνώστου ημίν δράματος...», κατά την «Εστία» της 3ης Αυγούστου 1895. Μάλιστα, ο ίδιος στις 13 Αυγούστου προετοίμαζε για να παρουσιάσει το πολύκροτο δράμα «Γρηγόριος ο Πατριάρχης» και για πρώτη φορά στον κήπο του Γερανίου τους «Αρματολούς και κλέπτας» («ΠΡΩΙΑ», 25 Σεπτεμβρίου).

Κατά πόδας και ο καραγκιοζοπαίκτης Ιωάννης Ρούλιας, θα παρουσιάσει το Σάββατο 20 Ιουνίου 1898 στην πλατεία Κυριακού τον «Διάκο» εν μέσω πυροτεχνημάτων (ΕΜΠΡΟΣ), ενώ την Κυριακή 2 Αυγούστου παρουσιάζεται «Ο Κατσαντώνης και ο Αλή Πασσάς».
Οι μορφές των ηρώων σκαλίζονταν με μαεστρία απ’ τους πρώτους Νεοέλληνες καραγκιοζοπαίκτες, αρχικά στο ναστόχαρτο, τον μουκαβά και πολύ αργότερα στο πεπιεσμένο χαρτόνι. Κατά τη δεκαετία του 1920 εισήγαγε ο Δημ. Μανωλόπουλος το καμηλόδερμα απ’ την Αίγυπτο και σύντομα τον ακολούθησε ο ανταγωνιστής του Αντώνιος Μόλλας. Το κόστος των φιγουρών των «πλουσίων» καραγκιοζοπαικτών εκτινάχθηκε στις 200.000 και πλέον δραχμές, 1.000 δραχμές στοίχιζε μόνο ο Καραγκιόζης, κατά μαρτυρία του ίδιου του Μόλλα («ΕΜΠΡΟΣ», 6 Μαΐου 1928). Την επόμενη δεκαετία ο ρηξικέλευθος και ευφάνταστος Ντίνος Θεοδωρόπουλος, ο Αμερικάνος, εισήγαγε τη ζελατίνη, «διαφανή ουσία», αποδίδοντας εξαιρετικά έγχρωμες φιγούρες και εύχρηστες, όχι μόνο προφίλ, αλλά και σε αποδόσεις του 1/3, των 2/3 ή και σχεδόν ανφάς της κάθε μορφής. Ακολούθησαν μεικτοί συνδυασμοί των τριών υλικών από μοναδικούς σκαλιστές, ζωγράφους, όπως οι Ιωάννης Διπλάρης ή Βυζανιάρης, Ανδρέας Αγιομαυρίτης, Ελευθέριος Κελλαρινόπουλος, Κώστας Μάνος, Φρίξος Γαζεπίου και φυσικά ο Σπύρος Κούζαρος, αλλά και τόσοι άλλοι.

Πηγή έμπνευσής τους απετέλεσαν οι ζωγραφικοί πίνακες που ιστόρησαν τα κορυφαία γεγονότα της Επανάστασης και τους πρωταγωνιστές τους, καθώς και τα έργα του Σωτήρη Χρηστίδη (1858-1940) και άλλων. Ετσι δημιουργήθηκε μια πολυποίκιλη και πολύχρωμη «πινακοθήκη» από φιγούρες ηρώων και ηρωίδων, μαρτύρων και αγωνιστών της ελευθερίας που μπορεί να παραλληλιστεί με τα εικονίσματα των «αγίων, οσίων, μαρτύρων, ομολογητών και των άλλων αθλησάντων υπέρ της πίστεως» της Εκκλησίας μας.

Στις περίτεχνες, μονοδιάστατες, επίπεδες μορφές των πρωτομαρτύρων της ανεξαρτησίας, οι καλλιτέχνες του Θεάτρου Σκιών προσέθεσαν αυτές των Μακεδονομάχων και ιδιαιτέρως του Παύλου Μελά και του Καπετάν Κώστα Γαρέφη, μέχρι και αυτού του στρατηλάτη Κωνσταντίνου, του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και των λοιπών πρωταγωνιστών των απελευθερωτικών αγώνων 1912-1913, του Α’ Παγκοσμίου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας, του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, μέχρι τις σεπτές μορφές των εθνομαρτύρων Καραολή και Δημητρίου, που με ιδιαίτερη επιτυχία παρουσίαζε ο παλαιός πρόεδρος των καραγκιοζοπαικτών και άριστος τραγουδιστής Ευστράτιος Μελλίδης.

Βέβαια, αυτές οι διαχρονικές φιλότιμες προσπάθειες των απλοϊκών λαϊκών καλλιτεχνών να προβάλουν τις σκιές των ελευθερωτών μας στο πανί και να διηγηθούν τα κατορθώματά τους αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση από ορισμένους. Χαρακτηριστική, η επιστολή με τον τίτλο «ΤΟ ‘21 ΚΑΙ Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙ» τον Ιούλιο του 1906, όπου ο συντάκτης της, αφού υποστήριξε ότι οι καραγκιοζοπαίκτες βεβήλωναν τη μνήμη των σεμνών μαχητών εν τω αρματολισμώ, πρότεινε: «Νομίζω ότι η Αστυνομία είνε καιρός να θέση την χείρα της και ν’απαγορεύση την αμαύρωσιν των λαμπρών εκείνων κατορθωμάτων ήτις ενεργείται δια της αμαθείας και της ασυνειδησίας των τοιούτων. Είνε λυπηρόν το όνομα του μάρτυρος της Αλαμάνας να πλανάται επί του χυδαίου Μπερντέ. Είνε συντριβή το γλυκό και τρυφερόν εκείνο όνομα του Κατσαντώνη να πλήττη τας ακοάς μας από το πανί του Καραγκιόζη, όστις καθώς ενθυμούμαι το παρελθόν έτος (σ.σ.: 1905) ανεβίβασεν και νέον εθνομάρτυρα ημών Παύλον Μελάν...».

Λίγες μέρες αργότερα ένας ευυπόληπτος Αθηναίος, ο Πάνος Σακελλαρόπουλος, αντιλέγει με επιστολή του υπό τον τίτλο «Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΗΡΩΕΣ»: «Δεν συμφωνώ όμως με την ιδέαν αυτή (σ.σ.: της επεμβάσεως της Αστυνομίας), διότι φρονώ ότι δεν γελοιοποιούνται τα εθνικά ημών πρόσωπα, αλλά τα παίζουν πιστότατα, όπως αν επαίζοντο και εν τω θεάτρω με την διαφοράν μόνον οι ήρωες είναι χάρτινοι, ενώ του θεάτρου είνε... ξύλινοι...».

Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Δύο χρόνια αργότερα, το 1908, ο Καραγκιόζης και οι Σκιές των Ηρώων θα δικαιωθούν μπροστά στα μάτια του βασιλέως Γεωργίου Α’ και της βασιλικής οικογένειας, με δραματικό και αιματηρό, όμως, τρόπο. Το γεγονός διέσωσε ο δημοσιογράφος της εφημερίδος «ΕΜΠΡΟΣ» Ε. Θωμόπουλος 20 χρόνια αργότερα (1928) και έχει ως εξής: «Οι αριστοτέχνες καραγκιοζοπαίκτες αδελφοί Θεοδωρέλου (Θεόδωρος και Ανδρέας Δρακόπουλος), των οποίων τις παραστάσεις τιμούσε τακτικά ο Γεώργιος μαζί με τους πρίγκηπες και τις πριγκήπισσες, έδιδαν προς τιμήν της βασιλικής οικογένειας την παράσταση του ήρωος της Ηπείρου Κατσαντώνη, τόσο δε καλά παιζόταν, ώστε το πολυπληθές ακροατήριο είχε καταληφθεί γενικώς υπό δακρύων. Η συγκίνηση έφθασε στο κατακόρυφο, όταν οι ατσίγγανοι, παρουσία του Αλή Πασσά, έσπαζαν τα κόκκαλα του Καπετάνιου, ο οποίος όχι μόνο δεν υποχωρούσε στην απαίτηση του Τυράννου να αλλαξοπιστήσει, αλλά και τραγουδούσε κάποιο πονεμένο κλέφτικο τραγούδι. Η σκηνή αποδιδόταν τόσο τέλεια, οι βόγγοι και το τραγούδι του μαρτυρούντος είχαν τόσο χαρακτηριστικόν παλμό, ώστε οι μεν άνδρες θεατές είχαν καταληφθεί από λυγμούς και αγανάκτηση, οι δε γυναίκες λιποθυμούσαν. Μία απ’ αυτές ήταν και η σύζυγος ενός αποστράτου τότε αξιωματικού, που οργισμένος φώναξε προς τον καραγκιοζοπαίκτη Θεοδωρέλο να παύσει το τραγούδι του. Αλλά εκείνος προσβλήθηκε και το εξακολούθησε με περισσότερο δραματικό τόνο. Το αποτέλεσμα, ο απόστρατος, έξαλλος, πυροβόλησε κάτω από τον μπερντέ, ο δε τραγουδιστής Ανδρέας Θεοδωρέλος τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό του πόδι κι έμεινε χωλός, αποκληθείς “Κουτσανδρέας”. Ο βασιλεύς, αναγνωρίζοντας την αξία τους, τους παρασημοφόρησε και, σοφός καθώς ήταν, τους χρησιμοποίησε για τον εθνικό αναφρονηματισμό των στρατιωτών και την ψυχαγωγία τους».

Δικαίως, λοιπόν, ολοκληρώνονταν πάντα οι ηρωικές παραστάσεις με την επίκληση των Σκιών των Ηρώων, καθώς ο Αγγελος, κατά την αποθέωση, με τη γλυκιά φωνή του νεαρότερου βοηθού, απήγγειλε: «Πριν έμβω εις το ποίημα Ηρώων των Ελλήνων / ας σταματήσει η μουσική να ψάλλω εγώ τον ύμνο! / Στα 1804 και στο ’21 για μας, αδέλφια, οι πατέρες μας έχυσαν τόσο αίμα! / Πώς μας τρομάζει η Σκιά του Μπότσαρη του Μάρκου/ ή της Λαμίας το σουβλί που σούβλισαν τον Διάκο. / Πώς μας τρομάζει η Σκιά του Λάμπρου του Κατσώνη / ή των Αγράφων η Φωνή του Ηρωος Κατσαντώνη. / Εύγε, θαλασσομάχοι ήρωες, Κανάρη και Μιαούλη / εσείς αρμάδες, κάψατε για να μη ζείτε δούλοι! / Ζήτω η Ελλάς!».

Φιλόλογος - καλλιτέχνης Θεάτρου Σκιών