Η τουρκική απειλή δεν εξαντλείται στον Ερντογάν

Ενδεχόμενη αποδυνάμωση του «σουλτάνου» στις σημερινές δημοτικές εκλογές θα τον κάνει πιο νευρικό και απρόβλεπτο στις επόμενες κινήσεις του

Από τον
Γιώργο Χαρβαλιά

Το έχω ξαναγράψει και θα συνεχίσω να το λέω. Αποτελεί ολέθρια πλάνη η πεποίθηση ότι μοναδικός εκφραστής της τουρκικής απειλής εις βάρος της πατρίδας μας είναι σήμερα ο Ερντογάν. Πλάνη που δυστυχώς καλλιεργείται επίμονα από πολλά ελληνικά μέσα ενημέρωσης και από διάφορους επαγγελματίες… τουρκολόγους, αυτούς που ξέρουν μόνο να δαιμονοποιούν τον σύγχρονο «σουλτάνο», λες και οι πολιτικοί αντίπαλοί του είναι αρνάκια.

Αρνάκια στην Τουρκία δεν υπάρχουν, τουλάχιστον ως προς τα αισθήματα έναντι της Ελλάδας. Και μπορεί ο Ερντογάν να εμφανίζεται πιο φωνακλάς για τις ανάγκες του προεκλογικού σόου που κάθε λίγους μήνες επαναλαμβάνεται, αλλά οι άλλοι της «μετριοπαθούς» κεμαλικής αντιπολίτευσης είναι αυτοί που διατυπώνουν συγκεκριμένες εδαφικές αξιώσεις. Από 18 έως… 152 νησιά και νησίδες (ανάλογα με την… όρεξη), η «ανακατάληψη» των οποίων αποτελεί -προσέξτε- προεκλογική δέσμευσή τους!

Ο Ερντογάν, από την άλλη, παρότι μας έχει βρει «μπόσικους» μέσα στην οικονομική κρίση, έχει αποφύγει να δημιουργήσει σοβαρή κρίση, διεθνών διαστάσεων, με έμπρακτη αμφισβήτηση της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας, τύπου Ιμίων. Προκλήσεις ασφαλώς υπάρχουν σε καθημερινή βάση, αλλά εντάσσονται στο πλαίσιο της γνωστής επιθετικής δραστηριότητας των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων που αναχαιτίζεται εδώ και δεκαετίες στη θάλασσα και στον ουρανό του Αιγαίου.

Επομένως, δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τη ροή σκέψης όσων στην Ελλάδα εύχονται και προσεύχονται για τη συντριβή του Τούρκου προέδρου στις σημερινές δημοτικές εκλογές, που αποτελούν ένα είδος άτυπου δημοψηφίσματος ως προς την επιδοκιμασία της πολιτικής του.
Θέλουμε έναν αποδυναμωμένο, νευρικό και απρόβλεπτο Ερντογάν που θα αντιμετωπίζει αμφισβήτηση στο εσωτερικό και θα ψάχνει τρόπους λαϊκής συσπείρωσης και νομιμοποίησης; Ασφαλώς και όχι, γιατί ο πρώτος πειρασμός που μπορεί να του περάσει από το μυαλό είναι να… ξεσπάσει πάνω μας. Εχουμε την παραμικρή εγγύηση ότι οι επόμενοι θα είναι διαλλακτικότεροι, πιο συνεργάσιμοι και λιγότερο επιθετικοί; Επίσης όχι. Το μόνο που ξέρουμε, ειδικά αν πρόκειται για την κεμαλική αντιπολίτευση, είναι ότι θα απολαμβάνουν την πλήρη στήριξη και ανοχή των λεγόμενων «συμμάχων» μας σε Αμερική και Ευρώπη.

Ο Ερντογάν είναι, υπό μία έννοια, «προτιμότερο κακό» ακριβώς επειδή σήμερα προβληματίζει με τη συμπεριφορά του σε σημείο εκνευρισμού και δυσφορίας τους ξένους. Ειδικά στην περίπτωση των ΗΠΑ, υπό την προεδρία Τραμπ διατυπώνεται πλέον μια πρωτόγνωρη επιφύλαξη προς την Τουρκία, που αν συνδυαστεί και με τη ραγδαία επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων θα μπορούσε να λειτουργήσει ενισχυτικά υπέρ των ελληνικών θέσεων.

Αντίθετα, ενδεχόμενη αποδυνάμωση ή και αποκαθήλωση Ερντογάν είναι βέβαιον ότι θα προσφέρει ανακούφιση στους δυτικούς συμμάχους. Το διάδοχο πολιτικό σχήμα θα αγκαλιαστεί με στοργή από Ουάσινγκτον και Βερολίνο, και ασφαλώς θα πριμοδοτηθεί με τεράστια περιθώρια «ανεκτικότητας» απέναντι σε προκλήσεις εις βάρος της Ελλάδας. Αυτή είναι μία τεράστια δυνητική απειλή που υποτιμάται διαρκώς από τους δικούς μας «τουρκολόγους», καθώς προτιμούν να επισείουν τον (θεωρητικό) κίνδυνο μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί και να ξεχνούν τον πιθανό εφιάλτη ενός εδαφικού ακρωτηριασμού.

Οι σημερινές δημοτικές εκλογές στην Τουρκία είναι πράγματι ένα crash test για την προοπτική παραμονής του Ερντογάν στην εξουσία, καθώς η συνεχιζόμενη επιχείρηση συλλήψεων και καταστολής εις βάρος «αντιφρονούντων» σε συνδυασμό με το αβέβαιο μέλλον μιας οικονομίας που ακολουθεί καθοδική πορεία έχουν κουράσει το εκλογικό σώμα.

Ο προεδρικός θρίαμβος του 2018 είναι βέβαια πρόσφατος, αλλά πρόσφατη είναι και η περιπέτεια της τουρκικής λίρας, ενώ σχεδόν κάθε τουρκική οικογένεια έχει από έναν συγγενή ή γνωστό που έχει υποστεί τις διώξεις του καθεστώτος. Το μεγάλο στοίχημα πλέον για τον Ερντογάν είναι να κρατήσει τον δήμο της Αγκυρας, όπου βρίσκονται όλες οι διοικητικές υπηρεσίες του κράτους, αλλά και αυτόν της Κωνσταντινούπολης, όπου πρωτοεξελέγη το 1994 και με τον οποίον συνέδεσε την πολιτική καριέρα του.

Και στις δύο περιπτώσεις οι δημοσκοπήσεις των τουρκικών μέσων, που ως έναν βαθμό περνούν από το φίλτρο μιας άτυπης λογοκρισίας, δείχνουν αμφίρροπα ή, εν πάση περιπτώσει, αναστρέψιμα αποτελέσματα για τους κυβερνητικούς υποψηφίους, που είναι βαριά ονόματα (στην Κωνσταντινούπολη, που έχει τεράστια σημειολογική σημασία, κατεβαίνει για λογαριασμό του Ερντογάν ο πρώην πρωθυπουργός Γιλντιρίμ Μπιναλί, ενώ στην Αγκυρα ο τέως υπουργός Περιβάλλοντος και Πολεοδομικού Σχεδιασμού). Μένει να αποδειχθεί στην πράξη η δυναμική τους.

Μια μερική αποδυνάμωση του Ερντογάν, που θα προσέδιδε νευρικότητα και άγχος στις επόμενες κινήσεις του με το μυαλό στην πολιτική επιβίωσή του, δεν ωφελεί σε τίποτε την Ελλάδα. Μόνο το ξέσπασμα μιας σφοδρής πολιτικής αντιπαράθεσης που θα μπορούσε να πάρει χαρακτηριστικά εθνικού διχασμού ίσως μετατόπιζε για ένα διάστημα τις στρατηγικές προτεραιότητες της γειτονικής χώρας. Με τον διαρκή κίνδυνο, όμως, του πειρασμού να μεταφερθούν τα εσωτερικά προβλήματα στο εξωτερικό…
Η απουσία του Ερντογάν από το πολιτικό σκηνικό δεν συνεπάγεται την άμβλυνση της τουρκικής απειλής, ας το καταλάβουμε.