Ολα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για την οστεοπόρωση

Θεωρείται σιωπηλή ασθένεια, γιατί η απώλεια οστού συμβαίνει συνήθως χωρίς συμπτώματα και η διάγνωση γίνεται με ειδικές εξετάσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν προκαλεί πόνο, παρά μόνο όταν προκληθεί κάταγμα ή/και κύφωση της σπονδυλικής στήλης • Με την υπογραφή του Μιχάλη Κεφαλογιάννη

Περίπου 75.000.000 άνθρωποι σε όλον τον κόσμο εμφανίζουν κάθε χρόνο οστεοπόρωση. 

Η οστεοπόρωση είναι μια συστηματική σκελετική νόσος, που χαρακτηρίζεται από ελαττωμένη οστική μάζα και διαταραχή της μικρο-αρχιτεκτονικής των οστών, με επακόλουθο την αύξηση της ευθραυστότητας των οστών και την πιθανότητα κατάγματος.
Στην Ευρώπη μία στις τρεις γυναίκες και ένας στους πέντε άνδρες άνω των 50 ετών θα υποστεί ένα οστεοπορωτικό κάταγμα κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Η οστεοπόρωση είναι υπεύθυνη για 1,5 εκατομμύριο σπονδυλικά και μη σπονδυλικά κατάγματα ετησίως, με την πλειονότητα αυτών (46%) να συμβαίνει στους σπονδύλους, ενώ ακολουθούν τα κατάγματα του ισχίου (19%), του καρπού (15%) και έπονται όλα τα υπόλοιπα (20%). Συγκεκριμένα για τα οστεοπορωτικά κατάγματα του ισχίου, που επιφέρουν και τη μεγαλύτερη νοσηρότητα αλλά δυστυχώς και θνητότητα, έχει υπολογιστεί ότι συμβαίνουν ανά 30 δευτερόλεπτα στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

«Η οστεοπόρωση θεωρείται σιωπηλή ασθένεια, γιατί η απώλεια οστού συμβαίνει συνήθως χωρίς συμπτώματα και η διάγνωση γίνεται μόνο με ειδικές εξετάσεις. Είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι η οστεοπόρωση δεν προκαλεί πόνο παρά μόνο όταν προκληθεί κάταγμα ή/και κύφωση της σπονδυλικής στήλης. Κάποιος δηλαδή μπορεί να μην ξέρει ότι πάσχει από οστεοπόρωση μέχρι που τα οστά του γίνονται τόσο αδύναμα, ώστε μια ξαφνική πτώση ή τραυματισμός χαμηλής βίας να προκαλέσει κάποιο κάταγμα ή καθίζηση ενός σπονδύλου. Δυστυχώς, πολλές φορές η διάγνωση της οστεοπόρωσης “ξεφεύγει“ ακόμη και όταν έχει ήδη συμβεί ένα οστεοπορωτικό κάταγμα» επισημαίνει ο Πολυζώης Μάκρας, ενδοκρινολόγος, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Μεταβολισμού των Οστών (ΕΕΜΜΟ).

Στην Ελλάδα σε σχετικά πρόσφατη δημοσίευση (2013) έχει υπολογιστεί ότι ο πληθυσμός με οστεοπόρωση, σύμφωνα με τα κριτήρια του ΠΟΥ, ανέρχεται τουλάχιστον σε 640.000 άτομα, ενώ ενδεικτικά μόνο για το 2010 συνέβησαν 86.000 νέα κατάγματα χαμηλής βίας, εκ των οποίων τα 15.000 στο ισχίο, τα 13.000 σε σπονδύλους, τα 15.000 στο αντιβράχιο, ενώ τα υπόλοιπα 43.000 σε άλλα σκελετικά σημεία (π.χ. πύελος, πλευρές, βραχιόνιο, κνήμη, περόνη, κλείδα, στέρνο, ωμοπλάτη κ.τ.λ.).

«Συνήθως δεν υπάρχουν συμπτώματα. Οι διάχυτοι μυϊκοί πόνοι ή η εύκολη κόπωση της ράχης, οι πόνοι στη σπονδυλική στήλη, στη μέση και πολλές φορές στα πόδια και τα χέρια, παρά το γεγονός ότι μπορούν να οδηγήσουν σε ιατρική αξιολόγηση και ανεύρεση της οστεοπόρωσης, δεν μπορούν να αποδοθούν σε αυτήν. Ωστόσο, η ελάττωση του ύψους, η κύρτωση της ράχης (κύφωση), το κάταγμα ύστερα από ελάχιστη βία (π.χ. απλό πέσιμο) είναι δυνατό να αποτελούν σημεία της οστεοπόρωσης και πρέπει πάντα να διερευνώνται προς την κατεύθυνση αυτή» προσθέτει ο κ. Μάκρας.

▲ Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο

Υπάρχουν ορισμένες ομάδες πληθυσμού που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης οστεοπόρωσης, όπως οι εξής:
➥ Οι γυναίκες στην εμμηνόπαυση (ιδιαίτερα αν η εμμηνόπαυση εγκαταστάθηκε πρώιμα ή λόγω χειρουργείου πριν από την ηλικία των 45 ετών).
➥ Ατομα άνω των 40 ετών με λεπτό ή /και μικρό σκελετό, έχετε χαμηλό σωματικό βάρος (<65 kgr) ή έχετε χάσει το 10% του βάρους που είχατε στην ηλικία των 20 ετών.
➥ Ατομα με οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης ή/και καταγμάτων (ιδιαίτερα του ισχίου).
➥ Ασθενείς που κάνουν χρήση κορτικοστεροειδών φαρμάκων (κορτιζόνη) ή αναστολέων των φυλετικών ορμονών (οιστρογόνα, ανδρογόνα) λόγω καρκίνου του μαστού ή του προστάτη.
➥ Ατομα που ακολουθούν χαμηλή δίαιτα σε ασβέστιο και βιταμίνη D, όπως και άτομα με αλλεργία στα γαλακτοκομικά προϊόντα.
➥ Καπνιστές ή άτομα που κάνουν κατάχρηση αλκοόλ.
➥ Ανθρωποι που δεν κινούνται και ακολουθούν καθιστική ζωή.

▲ Πώς γίνεται η διάγνωση

Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας είναι αρκετά δημοφιλής ως εξέταση στη χώρα μας και γίνεται κυρίως με τη μέθοδο DXA (dual-energy x-ray absorptiometry), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης της ανθεκτικότητας του οστού αλλά και του κινδύνου κατάγματος.

«Η ίδια αυτή καθεαυτή η μέτρηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση της νόσου της οστεοπόρωσης σε πληθυσμούς, όπως για παράδειγμα αυτός των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών και των ανδρών άνω των 50 ετών. Η μέτρηση απεικονίζεται με τον όρο T-score. Ο ΠΟΥ ορίζει την οστεοπόρωση στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και στους άνδρες από 50 ετών και άνω ως την οστική πυκνότητα (σπονδυλική στήλη, ισχίο ή αντιβράχιο) με T-score πάνω από 2,5. Αντίθετα, οι ασθενείς με T-score μεταξύ -1 και -2,5 θεωρείται ότι έχουν οστεοπενία, ενώ αυτοί με T-score μεγαλύτερο του -1 (π.χ. -0,6) θεωρούνται ότι κινούνται σε φυσιολογικά επίπεδα οστικής πυκνότητας» εξηγεί ο κ. Μάκρας.

Στις νεαρές γυναίκες και άνδρες με χαμηλή οστική πυκνότητα, αλλά και απουσία άλλων παραγόντων κινδύνου για κατάγματα, είναι καλύτερο να χρησιμοποιείται ο όρος «οστική πυκνότητα κατώτερη του μέσου όρου» ή απλούστερα «χαμηλή οστική πυκνότητα» και να αποφεύγονται ορισμοί όπως οστεοπενία ή οστεοπόρωση.

«Ωστόσο σε μερικές περιπτώσεις ο ορισμός της οστεοπόρωσης μπορεί να έχει εφαρμογή και στην περίπτωση των προεμμηνοπαυσιακών γυναικών και νεαρών ανδρών. Σύμφωνα με τη Διεθνή Κοινότητα της Κλινικής Μέτρησης Οστικής Πυκνότητας [International Society for Clinical Densitometry (ISCD) αλλά και τις ελληνικές κατευθυντήριες οδηγίες που συντάχθηκαν από την ομάδα εργασίας της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Μεταβολισμού των Οστών (ΕΕΜΜΟ), μία προεμμηνοπαυσιακή γυναίκα ή ένας άνδρας κάτω των 50 ετών με παράγοντες κινδύνου για κατάγματα ή με δευτεροπαθή αίτια οστεοπόρωσης (π.χ. υπογοναδισμός, θεραπεία με στεροειδή, υπερπαραθυρεοειδισμός) μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει πλέον οστεοπόρωση. Επίσης μία γυναίκα προ ή/και μετά την εμμηνόπαυση αλλά και ένας άνδρας οποιασδήποτε ηλικίας μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν οστεοπόρωση αν έχουν υποστεί ένα οστεοπορωτικό κάταγμα, ανεξάρτητα από ό,τι δείχνει η μέτρηση της οστικής τους πυκνότητας» συμπληρώνει ο ίδιος.

Πώς θα την προλάβουμε 

➥ Διατροφή: Η διατροφή αποτελεί σημαντικό παράγοντα πρόληψης βάσει αρκετών μελετών για την οστεοπόρωση. Τροφές πλούσιες σε ασβέστιο και βιταμίνη D δρουν ευεργετικά στον σκελετό. Σε περιπτώσεις δίαιτας, δυσανεξίας ή αποστροφής στα γαλακτοκομικά, οπότε δεν λαμβάνεται η απαραίτητη ποσότητα ασβεστίου και βιταμίνης D, καθώς και σε άτομα μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν ελαττωμένη απορρόφηση από το έντερο, θα πρέπει να χορηγείται η αναγκαία ποσότητα με τη μορφή συμπληρωμάτων διατροφής.
➥ Ασκηση: Η άσκηση αποτελεί σημαντικό παράγοντα πρόληψης στην οστεοπόρωση.
«Συνιστάται αερόβια ή αναερόβια άσκηση, η οποία θα πρέπει να ασκεί λελογισμένη φόρτιση στον σκελετό. Για παράδειγμα το βάδισμα έχει ευεργετική δράση, ενώ το κολύμπι έχει ουδέτερη δράση, μια και δεν ασκούνται δυνάμεις στον σκελετό λόγω της άνωσης του νερού» τονίζει ο κ. Μάκρας.
➥ Το κάπνισμα και το αλκοόλ διαταράσσουν τον φυσιολογικό ρυθμό οστικής παραγωγής και αυξάνουν τον κίνδυνο καταγμάτων. «Η αποφυγή του καπνίσματος και η αποφυγή κατάχρησης αλκοόλ παίζουν ρόλο στην πρόληψη της οστεοπόρωσης» αναφέρει ο ίδιος.
➥ Ελεγχος οστικής πυκνότητας σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.
«Αρκετές φορές απαιτείται να γίνεται έλεγχος κατά την εμφάνιση της εμμηνόπαυσης ή και πιο νωρίς, αν εμφανίζονται παράγοντες κινδύνου. Σε απουσία παραγόντων κινδύνου η πρώτη μέτρηση οστικής πυκνότητας συνιστάται στην ηλικία των 65 ετών» προσθέτει.

Τα νεότερα στη θεραπεία

Ο στόχος στη θεραπεία της οστεοπόρωσης είναι πολύ συγκεκριμένος: πρόληψη των καταγμάτων στους ασθενείς που δεν έχουν ακόμη υποστεί κάταγμα ή/και παρεμπόδιση της επιδείνωσης της νόσου στους ασθενείς που έχουν ήδη υποστεί τουλάχιστον ένα οστεοπορωτικό κάταγμα.

«Σε αρκετές περιπτώσεις οι ασθενείς αλλά ακόμη και οι θεράποντες ιατροί απογοητεύονται διαπιστώνοντας ότι η οστική πυκνότητα δεν μεταβάλλεται τόσο σημαντικά από τη λαμβανόμενη θεραπεία. Για παράδειγμα, ένας ασθενής που λαμβάνει αντιοστεοπορωτική αγωγή επί ένα έτος, η οποία έχει καταφέρει να ελαττώσει τον αυξημένο, προ θεραπείας, ρυθμό οστικής ανακατασκευής, έχει σαφώς μικρότερη πιθανότητα να υποστεί κάταγμα σε σχέση με το διάστημα προ της έναρξης της αγωγής, παρά το γεγονός ότι η οστική του πυκνότητα δεν μεταβλήθηκε σημαντικά στις μετρήσεις. Συνεπώς, η οστική πυκνότητα δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει κριτήριο διακοπής ή αλλαγής της αγωγής, όπως θα γινόταν π.χ. με μια αγωγή για την υπερχοληστερολαιμία» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Μάκρας.

Η ιδιαιτερότητα αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η οστική πυκνότητα είναι μόνο μία παράμετρος του προβλήματος, η οποία, παρά την ισχυρή συσχέτισή της με την πιθανότητα κατάγματος, δεν είναι και η μοναδική.

Η θεραπεία περιλαμβάνει δύο μεγάλες κατηγορίες φαρμάκων: τα αντικαταβολικά που ελαττώνουν τον ρυθμό απορρόφησης του οστού και τα οστεοαναβολικά που αυξάνουν τον ρυθμό οστικής κατασκευής. Η πρώτη κατηγορία των αντικαταβολικών είναι η πολυπληθέστερη και περιλαμβάνει τα διφωσφονικά, τους εκλεκτικούς τροποποιητές των οιστρογονικών υποδοχέων και τη δενοσουμάμπη.

Η δεύτερη κατηγορία των οστεοαναβολικών περιλαμβάνει επί του παρόντος μόνο την τεριπαρατίδη, η οποία χορηγείται μόνο για δύο έτη.
«Σύντομα φιλοδοξούμε να έχουμε και μια νέα αγωγή διαθέσιμη, εάν δοθούν οι τελικές εγκρίσεις από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (European Medicines Agency)» σχολιάζει ο κ. Μάκρας.

Καθεμία από τις παραπάνω εγκεκριμένες αγωγές έχει τις ιδιαιτερότητές της τόσο σχετικά με τον τρόπο και χρόνο χορήγησης (π.χ. ενέσιμη ή από του στόματος, ημερήσια ή με μεσοδιαστήματα που μπορεί να φτάνουν τους 6-12 μήνες κ.τ.λ.) όσο και με το προσδοκώμενο αποτέλεσμα μετά τη διακοπή της αγωγής.
«Το σίγουρο όμως είναι, μια και έχει αποδειχθεί, ότι συμμόρφωση ίση ή μικρότερη του 50% στην αγωγή της οστεοπόρωσης ισοδυναμεί με μηδενική χορήγηση αγωγής. Επίσης ακόμη μία ιδιαιτερότητα στη θεραπεία της οστεοπόρωσης είναι το γεγονός ότι όλα τα φάρμακά της έχουν μέγιστο χρόνο χορήγησης και δεν μπορεί κανείς να τα λαμβάνει εφ’ όρου ζωής, όπως για παράδειγμα σε άλλα χρόνια νοσήματα, σαν τον σακχαρώδη διαβήτη. Για τον λόγο αυτόν είναι απαραίτητη η στενή συνεργασία μεταξύ του θεράποντος ιατρού και του ασθενούς» καταλήγει ο ίδιος.