«ΑΣΠΟΝΔΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ» ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

Αναγκαία η στέρεη πλατφόρμα συνεννόησης με την Τουρκία, στη βάση της καλής πίστης με διασφάλιση της κυριαρχίας μας

Από την
Ντόρα Πάλλη*

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ηχηρές ανακατατάξεις συσχετισμών στη γειτονιά μας. Ανακατατάξεις που, κατά κύριο λόγο, οφείλονται στη διαρκώς κλιμακούμενη τουρκική προκλητικότητα και την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Ερντογάν. Ανακατατάξεις που απαιτούν η εξωτερική μας πολιτική να διέλθει μια συγκροτημένη και άμεση διαδικασία αναθεωρητισμού.

Είναι η μεταμόρφωση της γείτονος που σμιλεύει ένα διαφορετικό «γίγνεσθαι» στα σύνορα της πατρίδας μας. Η Τουρκία έχει αυτομολήσει από το ευρωπαϊκό στρατόπεδο και «φλερτάρει» με δόγματα και δυνάμεις που προέρχονται από την Ανατολή, υπεραμύνεται του μουσουλμανικού της χαρακτήρα και έχει υιοθετήσει μια πλήρως ανατρεπτική ταυτότητα.
Στην τελευταία, άλλωστε, μπορούμε να αποδώσουμε και τις κινήσεις που αποσκοπούν σε ένα νέο status quo στην ανατολική Μεσόγειο. Ο Τούρκος πρόεδρος αρέσκεται, πλέον, να χρησιμοποιεί την «ομηρία» (λ.χ. στην περίπτωση των Ελλήνων στρατιωτικών) και το Μεταναστευτικό ως διαπραγματευτικά χαρτιά και να μη διστάζει να επιτεθεί δημόσια εναντίον παραδοσιακών όχι μόνο συμμάχων, αλλά και εχθρών του. Συμπεριφορές, δηλαδή, που απέχουν παρασάγγας από τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησής του, αλλά και από τον άγραφο κώδικα καλής γειτονίας που ακολουθούσε, διαχρονικά, η χώρα μας.

Ενδεικτικά, αξίζει να σημειωθεί ότι στην εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου η τουρκική αεροπορία έκανε ρεκόρ παραβιάσεων του εναέριου χώρου μας, παρενοχλώντας ακόμα και το ελικόπτερο στο οποίο επέβαινε ο Ελληνας πρωθυπουργός. Οι ενέργειες αυτές έρχονται να δυναμιτίσουν το κλίμα, ως απάντηση στην αμφίθυμη πολιτική της κυβέρνησης του κ. Τσίπρα, και μέχρι προσφάτως και του κ. Καμμένου. Γιατί είναι δύσκολο να αφαιρέσουμε, πλέον, από τη μνήμη των γειτόνων μας τις στρατιωτικές περιβολές ή τα άσφαιρα δημόσια πυρά του κ. Καμμένου, αλλά και την άγνοια του κ. Τσίπρα σχετικά με το αν η χώρα μας έχει θαλάσσια σύνορα.

Οπως, βέβαια, είναι δύσκολο να αποκαταστήσουμε το καταρρακωμένο διεθνές γόητρό μας από την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα, όπου για πρώτη φορά Τούρκος ηγέτης αμφισβήτησε σε ελληνικά εδάφη τη Συνθήκη της Λωζάννης. Γιατί αυτό είναι το κόστος μιας εξωτερικής πολιτικής που ασκείται με προχειρότητα. Μιας πολιτικής που η πλαισίωσή της από μια χειροπιαστή ατζέντα θυσιάζεται στον βωμό προσωπικών στρατηγικών. Μιας πολιτικής που «γυρνά την πλάτη» στη χρόνια οικοδόμηση διεθνών συμμαχιών και περιορίζεται στην ανακύκλωση εκατέρωθεν προκλήσεων.

Οσο οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αντιμετωπίζονται με ελαφρότητα τόσο οι ελληνικές διεκδικήσεις, όπως η επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης, δεν θα καρποφορούν. Και θα μετατρέπονται ταχύτατα σε ευθείες αμφισβητήσεις των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στο Αιγαίο, αλλά και της θρησκευτικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς στην Αγια-Σοφιά. Πρέπει να συμμετέχουμε με σύνεση σε αυτή τη διελκυστίνδα εθνικών συμφερόντων, μη επιτρέποντας στην Τουρκία να «παρατραβάει το σκοινί», ούτε να το πηγαίνει όπου εκείνη θέλει. Αλλά πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε και το πού πατάμε. Γιατί, μέχρι στιγμής, «πατάμε σε δύο βάρκες».

Η μία είναι αυτή των υγιών δυνάμεων της ανατολικής Μεσογείου, οι οποίες εκφράστηκαν στην τριμερή σύνοδο Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ για την ενέργεια και την ασφάλεια της περιοχής. Η άλλη είναι αυτή της μονομερούς βούλησης της χώρας μας να προκρίνει τη συμμετοχή της Τουρκίας σε αυτήν την ενεργειακή εξίσωση.

Και το μετέωρο βήμα της χώρας μας, αυτή τη στιγμή, πηγάζει από την αναποφασιστικότητα του ΣΥΡΙΖΑ, που, από τη μια, προσπαθεί να παραγράψει τον κεκαλυμμένο «αντισημιτισμό» τον οποίο εξέφραζε από τα έδρανα της Βουλής και, από την άλλη, να υπηρετήσει τις διεθνιστικές καταβολές του, ακόμη και εις βάρος των εθνικών μας συμφερόντων.

Για εμάς δεν υπάρχει απολύτως καμιά αμφιβολία ότι είναι αναγκαία μια στέρεη πλατφόρμα συνεννόησης με τη γείτονα και όχι μια «α λα καρτ» σχέση. Μιας συνεννόησης που πρέπει να λαμβάνει χώρα στη βάση της καλής πίστης, αλλά να διασφαλίζεται και από μια ενισχυμένη εθνική φαρέτρα. Με βέλη που δεν θα οδηγούν σε εμφύλιες συρράξεις, αλλά θα καταφέρνουν καίρια πλήγματα στην αξιοπιστία και την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας.

Και όλα αυτά πρέπει να επιδιώκονται στη βάση μιας εξωτερικής πολιτικής που θα συνθέτει και δεν θα αφαιρεί διπλωματικά όπλα από το τραπέζι. Που θα δημιουργεί αρραγείς δεσμούς με την ευρωπαϊκή κοινότητα και δεν θα θέτει υπό αμφισβήτηση τη χώρα μας. Που θα οραματίζεται μια Ελλάδα ως κινητήριο μοχλό και όχι ως παρατηρητή των εξελίξεων στη γειτονιά της.
.
* Σύμβουλος Κοινωνικών και Εκπαιδευτικών Θεμάτων, γενικός γραμματέας ΕΘΝ.Ο.Α