Η Τουρκία «βλέπει» κατανόηση Τραμπ για την αγορά των S-400

Ο «σουλτάνος» έστειλε στην Ουάσινγκτον τον γαμπρό του για να κάνει πυραυλικά... παζάρια

Από την
Ελενα Στάθου-Ελευθερόγλου

Μάλλον περίεργη έως απρόσμενη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η -φαινομενικά, τουλάχιστον- αλλαγή στάσης του προέδρου Τραμπ αναφορικά με την προμήθεια από την Τουρκία του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400. Σύμφωνα με τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, ο Αμερικανός πρόεδρος κράτησε μια «λογική» στάση για το θέμα κατά τη διάρκεια της συνάντησης που είχε με τον υπουργό Οικονομικών της Τουρκίας Μπεράτ Αλμπαϊράκ (μία «ασυνήθιστη» συνάντηση, αν ληφθεί υπόψη ότι οι διεθνείς συναντήσεις γίνονται συνήθως μεταξύ αξιωματούχων ίδιου «βεληνεκούς»).

Υπενθυμίζουμε ότι η πρόθεση της Aγκυρας να αγοράσει τους S-400 έχει προκαλέσει ένταση τόσο με την Ουάσινγκτον όσο και με τους υπόλοιπους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ. Οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στην Ουάσινγκτον, στο πλαίσιο της επίσκεψης του Αλμπαϊράκ στις ΗΠΑ, ο οποίος συμμετείχε σε τριήμερο επιχειρηματικό συνέδριο που διοργανώθηκε από το Συμβούλιο Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων της Τουρκίας (DEIK), το Επιχειρηματικό Συμβούλιο Τουρκίας - ΗΠΑ (TAIK) και το Αμερικανοτουρκικό Συμβούλιο (ATC).

«Στη διάρκεια των συναντήσεών μας, κατά τις οποίες συζητήσαμε βήματα για να ενισχύσουμε τη συνεργασία μας, γίναμε δεκτοί από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Του διαβιβάσαμε τους χαιρετισμούς και μηνύματα του προέδρου μας» έγραψε ο Αλμπαϊράκ στο twitter. «Ακουσε με πολλή λογική και θετική κατανόηση τις ανάγκες της Τουρκίας για τους S-400» μετέδωσε το τηλεοπτικό δίκτυο CNN Turk, επικαλούμενο δηλώσεις του Τούρκου υπουργού στους δημοσιογράφους, ο οποίος είπε ακόμη πως επρόκειτο για «μια πολύ θετική, εποικοδομητική συζήτηση». Τόσο θερμό ήταν το κλίμα στην Ουάσινγκτον, που η τουρκική προεδρία σε ανακοίνωσή της εξέφρασε την αισιοδοξία πως, ακόμη κι αν το Κογκρέσο επιβάλει κυρώσεις στην Τουρκία για τους S-400, ο Τραμπ θα την εξαιρέσει!

Ο Τούρκος υπουργός Οικονομικών -και γαμπρός του προέδρου Ερντογάν- συνοδεύεται από τον υπουργό Αμυνας Χουλουζί Ακάρ, την υπουργό Εμπορίου Ρουχζάρ Πεκτσάν και τον υπουργό Ενέργειας και Φυσικών Πόρων Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ.

Η αντιπροσωπία από την Τουρκία συναντήθηκε με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Στίβεν Μνιούτσιν, τον υπουργό Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος και τον σύμβουλο του Λευκού Οίκου Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Τραμπ. Μετά το πέρας των συναντήσεων ο Αλμπαϊράκ, μιλώντας στους δημοσιογράφους που τον συνοδεύουν, επισήμανε ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών συζητήθηκε το θέμα της αύξησης του διμερούς εμπορίου μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκία στα 75 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως από τα 20 δισεκατομμύρια που είναι τώρα.

Οι συναντήσεις Αμερικανών και Τούρκων αξιωματούχων συνεχίζονται σήμερα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ τούς «έδωσε» βραβείο Πούλιτζερ

Τα δημοσιογραφικά βραβεία Πούλιτζερ δόθηκαν το βράδυ της Δευτέρας στις ΗΠΑ. H βράβευση με τη μεγαλύτερη συγκινησιακή φόρτιση ήταν μιας τοπικής εφημερίδας, της «Capital Gazette» στο Μέριλαντ, για την κάλυψη της δολοφονικής επίθεσης που δέχτηκε στα γραφεία της τον Ιούνιο του 2018. Πέντε δημοσιογράφοι της έπεσαν νεκροί από τα πυρά ενόπλου.

Με βραβεία Πούλιτζερ τιμήθηκαν επίσης οι εφημερίδες «New York Times» και «Wall Street Journal» για τις έρευνές τους που αφορούν τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Η «New York Times» βραβεύτηκε για το επεξηγηματικό ρεπορτάζ της σχετικά με τα φορολογικά του προέδρου, ενώ η «Wall Street Journal» τιμήθηκε με το εθνικό βραβείο ρεπορτάζ για την αποκάλυψη ότι ο Τραμπ εξαγόρασε τη σιωπή δύο πρώην ερωμένων του στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του. Βραβείο κέρδισε με την αξία της και η «Washington Post» και μάλιστα όχι ένα, αλλά δύο: ένα για φωτορεπορτάζ της στην Υεμένη και ένα για βιβλιοκριτική.

Το πρακτορείο Reuters βραβεύτηκε για την έρευνά του σχετικά με τη δολοφονία 10 ανδρών Ροχίνγκια σε ένα χωριό της πολιτείας Ρακίν και για τις φωτογραφίες μεταναστών από την Κεντρική Αμερική που αναζητούσαν καταφύγιο στις ΗΠΑ. Το Associated Press (ΑΡ) βραβεύτηκε για την κάλυψη της πολεμικής θηριωδίας στην Υεμένη.

Βραβείο Πούλιτζερ ειδικής μνείας αποδόθηκε μετά θάνατον στην Αρίθα Φράνκλιν για την «ανεξίτηλη συνεισφορά της στην αμερικανική μουσική και στον αμερικανικό πολιτισμό».