Από το Πρωτόκολλο του 1914 στις αυθαιρεσίες Ράμα

Είναι καιρός να μιλήσουμε με διαφορετική γλώσσα στην αλβανική κυβέρνηση

Από τον 
Κωνσταντίνο Χολέβα*

Στις 17 Μαΐου συμπληρώνονται 105 χρόνια από την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας, με το οποίο η Αλβανία και οι προστάτιδες δυνάμεις της Ιταλία και Αυστρία (τότε Αυτοκρατορία των Αψβούργων) αναγνώριζαν μια μορφή αυτονομίας στους Ελληνες της Βορείου Ηπείρου. Το πρωτόκολλο ήλθε ως αποτέλεσμα του Αυτονομιακού Αγώνος, τον οποίο ξεκίνησαν μόνοι τους οι Βορειοηπειρώτες τον Φεβρουάριο του 1914, χωρίς την υποστήριξη της ελληνικής κυβερνήσεως. Η Ελλάς είχε υποχρεωθεί να αποσύρει τον Ελληνικό Στρατό από τα απελευθερωθέντα εδάφη του βορείου τμήματος της ενιαίας Ηπείρου και εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι μέσα στα σύνορα του νέου αλβανικού κράτους.

Το πρωτόκολλο κατοχύρωνε σαφή δικαιώματα για τους ορθόδοξους Ελληνες στους τομείς της θρησκείας, της παιδείας, της αυτοδιοικήσεως και της αστυνομεύσεως. Δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ούτε από τη βασιλική κυβέρνηση της Αλβανίας μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ούτε από τις κομμουνιστικές κυβερνήσεις του Εμβέρ Χότζα και του Ραμίζ Αλία από το 1946 έως το 1990. Δυστυχώς σήμερα, παρά τη λειτουργία Κοινοβουλίου και δημοκρατικών θεσμών στην Αλβανία, παρατηρούμε μια καταπιεστική πολιτική όλων των κυβερνήσεων εις βάρος των γηγενών Ελλήνων.

Ακούμε τον πρωθυπουργό Εντι Ράμα να απειλεί ότι θα δημεύσει τις περιουσίες των Ελλήνων στη Χειμάρρα, ενώ οι μπουλντόζες του καθεστώτος κατεδαφίζουν ελληνικές περιουσίες. 

Βλέπουμε τις πινακίδες του Δήμου Φοινίκης που αναγράφουν τοποθεσίες στα ελληνικά και τα αλβανικά να καταστρέφονται εν μια νυκτί από όργανα του αλβανικού κράτους. 

Είδαμε την υπερβολική σκληρότητα των Αρχών με τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Κατσίφα, την καθυστέρηση στην παράδοση της σορού του και με το φακέλωμα των Ελλήνων (εξ Ελλάδος και Κύπρου) που συμμετείχαν στην κηδεία.

Είδαμε προ ολίγων ετών τον φόνο του Αριστοτέλη Γκούμα απλώς και μόνον επειδή μιλούσε ελληνικά.

Παρακολουθούμε τη σύσφιγξη των σχέσεων Τουρκίας και Αλβανίας. Ο Ερντογάν θεωρεί την κυβέρνηση των Τιράνων κύριο σύμμαχό του στα σχέδια του νέου οθωμανισμού.

Διαπιστώνουμε με ανησυχία τη συνέχιση της αλβανικής προπαγάνδας περί των μουσουλμάνων Τσάμηδων εγκληματιών πολέμου, οι οποίοι ζητούν φαινομενικώς μεν την επιστροφή των περιουσιών τους (δημεύθηκαν από το Δικαστήριο Δωσιλόγων Ιωαννίνων το 1945), αλλά ουσιαστικά θέτουν θέμα εδαφικής διεκδικήσεως της Θεσπρωτίας.

Είναι καιρός να μιλήσουμε με διαφορετική γλώσσα στην αλβανική κυβέρνηση και σε όσους συμπράττουν στην καταπίεση των Βορειοηπειρωτών. Να δηλώσουμε ότι σεβόμαστε τα υπάρχοντα σύνορα και επιζητούμε την καλή γειτονία με τον αλβανικό λαό, αλλά επιδιώκουμε καθεστώς διευρυμένης αυτοδιοικήσεως με σαφή κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές όπου κατοικούν ελληνικοί πληθυσμοί. Να ζητήσουμε τη διενέργεια έντιμης και αντικειμενικής απογραφής ώστε να μάθουμε πόσοι είναι οι Ελληνες στην Αλβανία, συμπεριλαμβανομένων και των βλαχοφώνων.