Μέρες 1989

Δυσοσμία και μπόχα που γυρίζει τη χώρα 30 χρόνια πίσω. Τσίπρας και Μητσοτάκης άρχισαν να βγάζουν ο ένας τα άπλυτα του άλλου στη φόρα. Μεγαλώνει το χάσμα με την κοινωνία, που παρακολουθεί άφωνη • Αρθρο «κυριακάτικης δημοκρατίας»

Από τον
Ανδρέα Καψαμπέλη

Οθλιβερός απολογισμός της τριήμερης συζήτησης στη Βουλή συνδέεται με τη «μέχρις εσχάτων» αναμέτρηση της 26ης Μαΐου. Αν και μετά την Τετάρτη επιχειρήθηκε να πέσουν οι τόνοι, όπως φάνηκε εκατέρωθεν και κατά το κλείσιμο της διαδικασίας, η σύγκρουση αναμένεται να κλιμακωθεί κι άλλο -σε διαφορετικά πεδία- το επόμενο κρίσιμο δεκαπενθήμερο που μεσολαβεί έως τις κάλπες.

Κανείς δεν αμφέβαλλε, προτού ακόμη ξεκινήσει η διαδικασία παροχής της ψήφου εμπιστοσύνης, για τον κίνδυνο εκτροχιασμού. Οι διάλογοι που αντάλλαξαν όμως οι κ. Τσίπρας και Μητσοτάκης, βγάζοντας ο ένας τα προσωπικά και οικογενειακά «άπλυτα» του άλλου στη φόρα, ξεπέρασαν κάθε αρνητικό προηγούμενο και κατέβασαν ακόμη πιο πολύ το επίπεδο της αντιπαράθεσης. 

Η εικόνα που έδωσε το Κοινοβούλιο παραπέμπει σε άλλες εποχές και θυμίζει «ημέρες 1989», αποτυπώνοντας ωστόσο τη σύγχρονη παρακμή του πολιτικού συστήματος. Κι αυτό τροφοδότησε πολλές συζητήσεις -όπως και αποστασιοποιήσεις κορυφαίων στελεχών και βουλευτών- στο εσωτερικό των κομμάτων, καθώς φάνηκε ότι μεγαλώνει κι άλλο το χάσμα με την κοινωνία, που άναυδη παρακολουθούσε τις πρωτοφανείς σκηνές «πολιτικού πολιτισμού» μέσα στον ναό της δημοκρατίας. 

Η δυσοσμία και η μπόχα απλώνεται στην προεκλογική ατμόσφαιρα δίχως να είναι καθόλου βέβαιο ότι το σκηνικό αυτών των αντιπαραθέσεων και των ύβρεων θα βοηθήσει στη συσπείρωση του «νέου δικομματισμού», όπως εκφράζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Ν.Δ., ή εάν -αντιθέτως- τις ημέρες που απομένουν θα ενισχυθεί περαιτέρω το κλίμα απαξίωσης και σήψης προς όλες τις «συστημικές» κατευθύνσεις. 

Αυτό αναδεικνύεται σε ακόμη ένα στοίχημα των ερχόμενων εκλογών, καθώς η κοινή γνώμη -σε αντίθεση με την οξύτητα των κομματικών ηγεσιών- εξακολουθεί να παρακολουθεί με περιορισμένο πάθος -αν όχι με αηδία και αποστροφή- τις πολιτικές και προσωπικές κοκορομαχίες εν μέσω των μεγάλων οικονομικών και εθνικών προκλήσεων και απειλών. 

Εάν μάλιστα δεν διεξάγονταν ταυτόχρονα οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, στις οποίες εμπλέκονται δεκάδες χιλιάδες υποψήφιοι ανά την Ελλάδα, το ενδιαφέρον θα ήταν, όπως φαίνεται, πιο περιορισμένο. Ετσι κι αλλιώς το θέμα της συμμετοχής -και κατ' αντιστοιχία της αποχής- παραμένει ανοιχτό, αποτελώντας μια συνολική δοκιμασία για το υπάρχον κομματικό σκηνικό και τη νομιμοποίησή του. 

Η επιστροφή στο προ 30ετίας ζοφερό παρελθόν υπήρξε διττή. Από τη μία πλευρά η κυβέρνηση, αντιγράφοντας την τακτική του «Τσοβόλα, δώσ' τα όλα», ξεκίνησε μια ύστατη προσπάθεια να περιορίσει την ήττα της μοιράζοντας πλουσιοπάροχα προεκλογικά δώρα σε περισσότερους από τους μισούς Ελληνες. Από την άλλη, η αντιπολίτευση αντεπιτέθηκε στο πεδίο της ηθικής, της διαφθοράς και της κοτερολογίας προκειμένου να βρει επιτέλους την «αχίλλειο πτέρνα» του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό πάντως που κυρίως θυμίζουν από την περίοδο του 1989 οι τωρινές εικόνες είναι οι δίχως όρια και φραγμούς συγκρούσεις και η μετατροπή της Βουλής σε πολιτικό καταγώγιο. 

Σε αυτό το φόντο οι δύο αρχηγοί κατά την έναρξη της κοινοβουλευτικής διαδικασίας για την πρόταση εμπιστοσύνης έχασαν τον έλεγχο υπό το άγχος της επικείμενης μάχης, η οποία μολονότι αφορά μόνο τις ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές κάλπες θα αποτελέσει όχι απλώς τη μεγάλη πρόβα για τις εθνικές αλλά μπορεί και να κρίνει «πρόωρα» το αποτέλεσμά τους. 

Με τις δευτερολογίες τους το βράδυ της Παρασκευής επιχείρησαν να αποκτήσουν πάλι τον χαμένο έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση, με διαφορετικές αβεβαιότητες καθένας, τόσο ο κ. Τσίπρας όσο και ο κ. Μητσοτάκης αντιμετωπίζουν τη μεθεπόμενη Κυριακή ως καθοριστικό σταθμό για την πολιτική επιβίωσή τους. Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός προσωπικά θέλησαν να μπουν στην τελική ευθεία με άσο το πακέτο των οικονομικών ελαφρύνσεων και παροχών που αφορούν ομολογουμένως πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. 

Οι άμεσα και έμμεσα κερδισμένοι είναι κυρίως τα αδύναμα οικονομικά στρώματα, τα οποία υπέστησαν τις μεγαλύτερες συνέπειες της μνημονιακής κρίσης, ενώ αποτέλεσαν και τον βασικό κορμό της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ πριν και μετά το 2015. Χωρίς να έχουν μετατοπιστεί αισθητά προς άλλους πολιτικούς χώρους, από τα στρώματα αυτά αποτελείται ταυτόχρονα σήμερα και η κύρια δεξαμενή των αναποφάσιστων ψηφοφόρων, τους οποίους επιδιώκει να «επαναπατρίσει» στις τάξεις του το κυβερνών κόμμα. 

Η προσπάθεια αυτή «σκόνταψε» στις αποκαλύψεις για τις συνθήκες της τραγωδίας με τους 100 νεκρούς στο Μάτι και στις φωτογραφίες του κ. Τσίπρα να κάνει διακοπές στο Ιόνιο μερικές εβδομάδες αργότερα, στη θαλαμηγό του εφοπλιστή Περικλή Παναγόπουλου. 

Είτε υπήρξε υποβολέας όλων αυτών η Ν.Δ., όπως την εγκαλεί το Μέγαρο Μαξίμου, είτε όχι, η αξιωματική αντιπολίτευση τα έκανε σημαία της, κρίνοντας ως στρατηγικής σημασίας διακύβευμα την ολοσχερή ακύρωση του «ηθικού πλεονεκτήματος» της κυβερνητικής παράταξης.

----

Εξι μέρες πριν από τις κάλπες θα καταβληθεί η 13η σύνταξη

Εχοντας να αντιμετωπίσει το βαρύ κλίμα στην κοινωνία και τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν βέβαιη ήττα, η κυβέρνηση στην αγωνιώδη προσπάθειά της να διασωθεί ανοίγει το πουγκί των προεκλογικών παροχών. Οπως ανακοίνωσε το βράδυ της Παρασκευής ο υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης Τάσος Πετρόπουλος, έξι ημέρες πριν από τις κάλπες στις 20 Μαΐου θα καταβληθεί η 13η σύνταξη σε όλους τους δικαιούχους, ακόμη και σε όσους λαμβάνουν προσωρινή, με την πρόβλεψη να καταβληθούν τυχόν διαφορές μόλις εκδοθεί η οριστική, ενώ το ποσό που θα χορηγηθεί θα είναι ακατάσχετο.

----

Η προσωπική βεντέτα των αρχηγών και οι επιδιώξεις τους για τις εκλογές

Η πολιτική σύγκρουση είχε ήδη εκφυλιστεί εδώ και αρκετό καιρό. Πλέον όμως έλαβε μορφή προσωπικής βεντέτας μεταξύ των κ. Τσίπρα και Μητσοτάκη, έστω και εάν υπό το βάρος των αντιδράσεων και της ζημιάς που υφίστανται αμφότεροι φάνηκε να «συμμαζεύονται» κάπως.

Ετσι κι αλλιώς σε δύο εβδομάδες ο απολογισμός της κάλπης θα αφορά πρωτίστως τους ίδιους και δευτερευόντως τα κόμματά τους. Ο κ. Τσίπρας έχει άλλωστε πάρει πάνω του ολόκληρο το παιχνίδι για λογαριασμό της κυβέρνησης και επομένως το αποτέλεσμα θα έχει και την ανάλογη αντανάκλαση στο πρόσωπό του.

Για πρώτη φορά ύστερα από πέντε χρόνια βρίσκεται αντιμέτωπος με την απειλή μιας ήττας που -όσο κι αν επί του παρόντος δεν εκδηλώνεται- θα θέσει υπό ουσιαστική αμφισβήτηση την ηγεμονία του ακόμη και εντός του ΣΥΡΙΖΑ.

Γι' αυτό αποκτά τεράστια σημασία το εύρος της διαφοράς από τη Ν.Δ. Η μάχη για τη σμίκρυνσή της σε «ανεκτά» επίπεδα αποκτά χαρακτήρα πολιτικής ζωής ή θανάτου.

Εάν ο κ. Τσίπρας δεν καταφέρει να μην ξεφύγει η διαφορά αυτή πάνω από τις 4-5 ποσοστιαίες μονάδες και ο ΣΥΡΙΖΑ να κρατηθεί στα επίπεδα του 23%-25%, η επόμενη ημέρα θα είναι πολύ δύσκολη γι' αυτόν.

Το αντίστοιχο ισχύει και για τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος γνωρίζει καλά ότι μια «μικρή ήττα» για τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εξελιχθεί σε πύρρειο νίκη για εκείνον και να πυροδοτήσει θερινές διεργασίες στην αξιωματική αντιπολίτευση. Ετσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, η Ν.Δ. χρειάζεται μια μεγάλη διαφορά και το δικό της ποσοστό να κυμανθεί στα επίπεδα του 30%, ώστε να μην έχει ο κ. Τσίπρας πολλές ελπίδες να επαναλάβει τη βραδιά των εκλογών παραφρασμένο το σύνθημα της νιότης του: «Ο τρίτος γύρος θα είναι ο τελικός, μοβόρος, νικηφόρος και κομμουνιστικός». Πώς, λοιπόν, να μην οδηγηθεί εκτός ορίων η αναμέτρησή τους;