ΑΝΑΓΚΗ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ



Οι υποψήφιοι για τον δήμο θα πρέπει να προγραμματίσουν και δράσεις για αναβάθμιση του ρόλου της στα Βαλκάνια

Από τον
Δημήτρη Γαρούφα

Η Θεσσαλονίκη μάλλον πάει για παγκόσμιο ρεκόρ με τους 22 υποψήφιους δημάρχους επικεφαλής αντίστοιχων ψηφοδελτίων, που σημαίνει ότι για τον Δήμο Θεσσαλονίκης οι συμμετέχοντες σε ψηφοδέλτια ξεπερνούν τους 2.500. Και επειδή δεν είναι μια οποιαδήποτε πόλη αλλά είναι η πόλη που λόγω γεωγραφικής θέσης και ιστορικού παρελθόντος θα μπορούσε να λειτουργεί ως εμπορικό και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης βαλκανικής περιοχής, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω στους πολλούς υποψηφίους για τη Θεσσαλονίκη ότι, πέρα από τα συνήθη καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που έχουν οι ΟΤΑ, ειδικά για τη Θεσσαλονίκη πρέπει να προγραμματίσουν και δράσεις για αναβάθμιση του ρόλου της στην ευρύτερη περιοχή.

Υπενθυμίζω ότι η Θεσσαλονίκη από την ίδρυσή της ακόμη ήταν μητροπολιτικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Είχε εμπορική και πολιτιστική ενδοχώρα που εκτεινόταν σε όλα τα Βαλκάνια και το λιμάνι της εξυπηρετούσε όλη αυτή την περιοχή. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εγκαθίδρυση κομμουνιστικών καθεστώτων σε γειτονικές χώρες με κλείσιμο των συνόρων, περιορίστηκε ο ρόλος της, αλλά με τις γεωπολιτικές εξελίξεις μετά το 1990 δημιουργήθηκαν πάλι οι προϋποθέσεις να αναδειχθεί σε μεγάλο εμπορικό και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης βαλκανικής περιοχής.

Ηταν η πιο κοντινή (για τις γειτονικές χώρες) μεγάλη πόλη -με κάποιες υποδομές- σε χώρα-μέλος της Ε.Ε. Εδώ μπορούσαν να εδρεύουν οι φορείς της Ε.Ε. που θα απευθύνονταν στα Βαλκάνια και θα μπορούσε να είναι και ο αγαπημένος τουριστικός προορισμός των γειτονικών λαών, αλλά δεν αξιοποιήθηκαν οι ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν τότε λόγω έλλειψης οράματος από την κεντρική εξουσία και από τους αρμόδιους τοπικούς φορείς.

Αν υπήρχαν όραμα και βούληση αξιοποίησης της ιστορικής συγκυρίας, πολλά μπορούσαν να γίνουν. Θα μπορούσαν π.χ. να στηριχθούν και να λειτουργούν οι διαβαλκανικές ενώσεις που δημιουργήθηκαν πριν από 20-25 χρόνια με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ενωση Βαλκανικών Δικηγορικών Συλλόγων, Οικονομικών Πανεπιστημίων ΝΑ Ευρώπης, Ειδησεογραφικών Πρακτορείων, Κρατικών Θεάτρων ΝΑ Ευρώπης κ.λπ.), αλλά και να επιδιωχθεί η λειτουργία θεσμών υπερεθνικής εμβέλειας. Θα μπορούσαν ακόμη να γίνουν και κάποια πιο απλά: από οργανισμό προβολής της Θεσσαλονίκης να ενημερώνονται συνεχώς τα ΜΜΕ γειτονικών χωρών με δελτία Τύπου στη γλώσσα κάθε χώρας για τα μουσεία της Θεσσαλονίκης, τις περιοδικές εκθέσεις τους, τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, το ωράριο της αγοράς κ.λπ. Γιατί, όπως χαρακτηριστικά μου έλεγε φίλος -ελληνομαθής πρόεδρος δημοτικού συμβουλίου μεγάλης πόλης γειτονικής χώρας-, θα έρχονταν περισσότεροι επισκέπτες από γειτονικές χώρες, αν ήξεραν ότι το Σαββατοκύριακο που θα έρθουν, πέρα από την αγορά της πόλης, θα μπορούσαν να επισκεφθούν κάποια έκθεση σε μουσείο ή κάποια πολιτιστική εκδήλωση.

Ο απερχόμενος δήμαρχος οφείλουμε να δεχθούμε ότι μερικές φορές είχε καλές ιδέες, αλλά αρκετές φορές αδικαιολόγητα πλήγωσε το εθνικό αίσθημα με κάποιες υπερβολές. Δεν χρειάζεται να προβάλλουμε μόνο το σπίτι του Κεμάλ για να έρθουν Τούρκοι τουρίστες ή μόνο την ιστορία των Εβραίων της πόλης. Βεβαίως κι αυτά αποτελούν κομμάτι της ιστορίας της και ασφαλώς πρέπει να γίνει μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της, αλλά ταυτόχρονα να μην ξεχνούμε ότι η Θεσσαλονίκη έχει ιστορία αιώνων, μοναδικά βυζαντινά μνημεία, που πρέπει επίσης να προβάλλονται, και ότι ήταν πάντα η πόλη που εξέφραζε τους ανοιχτούς ορίζοντες του οικουμενικού Ελληνισμού. Είναι σίγουρο ότι περισσότεροι Τούρκοι και Εβραίοι θα έρχονταν, αν μάθαιναν και ποια άλλα μνημεία ή μουσεία έχει η Θεσσαλονίκη και ποιες άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις μπορούν να παρακολουθήσουν.

Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται να έχει περισσότερους θεσμούς και εκδηλώσεις υπερεθνικής εμβέλειας (όπως π.χ. είναι η ΔΕΘ, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, η Διεθνής Εκθεση Βιβλίου κ.ά.) για να τονίζεται ο ρόλος της ως ευρωπαϊκού κόμβου στην περιοχή, και γι’ αυτό ήταν λάθος που δεν στηρίχθηκαν επαρκώς για να εδραιωθούν οι διαβαλκανικοί φορείς που ιδρύθηκαν με έδρα τη Θεσσαλονίκη και θα της έδιναν εικόνα μητροπολιτικού κέντρου της ευρύτερης περιοχής.

Ηταν λάθος επίσης που δεν στηρίχθηκε το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού που είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη και, αν μακροημέρευε, θα της έδινε εικόνα μητρόπολης του απόδημου Ελληνισμού, ενώ δεν αξιοποιήθηκε επαρκώς η ΕΡΤ3, που θα έπρεπε να λειτουργεί κυρίως ως αυτόνομο κανάλι που θα απευθύνεται στον απανταχού Ελληνισμό, αλλά και στα Βαλκάνια, όπου σημαντικό μέρος των πολιτών μιλά και ελληνικά.

Τελειώνοντας, συγχαίρω τους πολλούς υποψηφίους για τη διάθεση προσφοράς στην πόλη, εύχομαι οι πολίτες να επιλέξουν πρόσωπα που έχουν όραμα αλλά και βούληση να γίνει πράξη το όραμα, και εύχομαι σε αυτούς που θα εκλεγούν να λειτουργούν με οδηγό τις αρχές του οικουμενικού Ελληνισμού και αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Θεσσαλονίκης να την αναδείξουν σε μεγάλο εμπορικό αλλά και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης βαλκανικής περιοχής επ’ ωφελεία και του Ελληνισμού.

*Δικηγόρος, πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, μέλος του Δ.Σ της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών