Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΓΙΑ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟ

Οι σύμμαχοι της Ελλάδας σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε. δεν μοιάζουν πρόθυμοι να τραβήξουν το αυτί της Τουρκίας για τα νταηλίκια

Από τον 
Αλέξανδρο Τάρκα

Οι εκτιμήσεις των ισχυρότερων εταίρων και συμμάχων μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο ΝΑΤΟ, αντίστοιχα, παραμένουν καθησυχαστικές ως προς το ενδεχόμενο θερμής ελληνοτουρκικής κρίσης, με το γενικό σκεπτικό -και συγκεκριμένες πληροφορίες τους- ότι ο Τούρκος πρόεδρος Ρ. Τ. Ερντογάν έχει να αντιμετωπίσει άλλες εσωτερικές και εξωτερικές προτεραιότητες. 

Η εξ αποστάσεως και ψύχραιμη κρίση τους έχει αποδειχθεί ορθή τα τελευταία χρόνια παρά τις αδιανόητες προκλήσεις της Αγκυρας στο Αιγαίο και την ευρύτερη θαλάσσια περιοχή μέχρι την ΑΟΖ της Κύπρου. Ωστόσο δεν πρέπει να λησμονείται ότι πολλές ξένες κυβερνήσεις ανέμεναν, με ανάλογη κατηγορηματική βεβαιότητα, από το 2013-2014 είτε την πτώση του κ. Ερντογάν από την εξουσία είτε την άτακτη υποχώρησή του έναντι των ΗΠΑ και της Ε.Ε. Και, επιπλέον, η ελληνική διπλωματική και η αμυντική στρατηγική δεν είναι δυνατόν να επαναπαύεται στις προβλέψεις τρίτων και στην προσδοκία προληπτικής ή κατασταλτικής παρέμβασής τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πρώτο ερώτημα είναι αν «οι ξένοι», κατά την έκφραση του ελληνικού καφενείου, θέλουν να παρέμβουν και, το δεύτερο, αν πραγματικά μπορούν. Δυστυχώς, η απάντηση είναι μάλλον αρνητική και στα δύο ερωτήματα, καθώς καμία ξένη κυβέρνηση δεν επιθυμεί ή δεν δύναται να διακινδυνεύσει σήμερα μία δική της, διμερή, πολιτική και οικονομική αντιπαράθεση με την Αγκυρα για λογαριασμό της Αθήνας.

Εγκυρότατες πηγές αναφέρουν ότι, παρά το άριστο κλίμα των σχέσεων Ελλάδας - ΗΠΑ, ο υπουργός Εξωτερικών Μ. Πομπέο και ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Τζ. Μπόλτον ήταν πολύ επιφυλακτικοί για τις ισορροπίες στην περιοχή στις προ μηνών συναντήσεις τους με τον υπουργό Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλο. Οι εκτιμήσεις ήταν ανάλογες και στις αρχές Απριλίου στη συνάντηση του κ. Κατρούγκαλου με τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών Τζ. Σάλιβαν, όπως και στις συνομιλίες του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον γερουσιαστή Ρ. Μενέντεζ (για το πολυδιαφημισμένο νομοσχέδιό του), παρόντος του Αμερικανού πρεσβευτή Τζ. Πάιατ, τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Παράλληλα, παρόμοια είναι τα συμπεράσματα και από τις επαφές Αθήνας - Μόσχας. Αν και ορισμένες σοβαρότατες εξελίξεις στο παρασκήνιο αποδεικνύουν ότι ξεπεράστηκε η κρίση των απελάσεων του περσινού Ιουλίου και ο κ. Κατρούγκαλος θα παραστεί στο Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης στις αρχές Ιουνίου, το Κρεμλίνο δεν δείχνει διάθεση διατύπωσης φιλικών συστάσεων προς την Τουρκία για το Αιγαίο. Οι σχετικές νύξεις του κ. Τσίπρα προς τον πρόεδρο Βλ. Πούτιν, τον περασμένο Δεκέμβριο, δεν είχαν αποτέλεσμα. Εκτοτε δεν υπήρξε κάποια αλλαγή και το ενδιαφέρον στρέφεται στην (εκκρεμή από το φθινόπωρο) επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Σ. Λαβρόφ στην Αθήνα, που δεν έχει ακόμα ακριβώς προσδιοριστεί χρονικά. Αρκετοί πάντως στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών διατηρούν αισιοδοξία πως η συνεργασία Μόσχας - Αγκυρας δεν θα μακροημερεύσει ή δεν θα εξακολουθήσει να είναι πολύ στενή.

Στο επίπεδο της Ε.Ε. δεν πρέπει να εντυπωσιάζει η δήλωση του προέδρου της Κομισιόν Ζ. Κ. Γιούνκερ ότι «είμαστε όλοι Κύπριοι». Εύηχη και θετική, φυσικά, προσφέροντας ελλαδικό και κυπριακό χρώμα στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. την περασμένη Πέμπτη, αλλά μηδενικής πρακτικής χρησιμότητας.

Ο κ. Τσίπρας αναγκάστηκε να δηλώσει πως -πλέον- «στις επόμενες συνόδους η Ε.Ε. θα πρέπει να εξετάσει τα απαραίτητα βήματα, αν η προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας συνεχιστεί», ενώ εντύπωση προκαλεί και η στάση του υποψήφιου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος για την Κομισιόν Μ. Βέμπερ: Αφενός διαλαλεί την αντίθεσή του στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας (απορρίπτοντας την ελληνική διακομματική θέση από τα μέσα της δεκαετίας του ’90) και αφετέρου περιορίστηκε σε γενικόλογη ανακοίνωση κατά των τουρκικών γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ με την υπόσχεση ότι «θα» ανταποκριθεί «δεόντως».

Πρακτικά, ούτε η Κομισιόν ούτε οι μεγάλοι σχηματισμοί στην Ευρωβουλή ούτε -το σημαντικότερο- οι κυβερνήσεις των ισχυρών μελών της Ε.Ε. έχουν συμμεριστεί το σχέδιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, που βρισκόταν υπό την επεξεργασία διπλωματών και εμπειρογνωμόνων επί αρκετούς μήνες, για την επιβολή κυρώσεων μετά την τουρκική «εισβολή» στην ΑΟΖ. Το συμπέρασμα από τις συζητήσεις στη σύνοδο της Ε.Ε. και τις διμερείς επαφές είναι ότι οι εταίροι αιφνιδιάστηκαν από το σχέδιο της Λευκωσίας και υιοθετούν από αμφίσημη έως αρνητική στάση έναντι της -έξυπνης- πρότασης επιβολής κυρώσεων στα νομικά και φυσικά πρόσωπα που εμπλέκονται ή θα εμπλακούν στις παράνομες γεωτρήσεις.

Η στάση έναντι της αρχικής πρότασης «light» κυρώσεων προδικάζει ότι οι εταίροι θα απορρίψουν το επόμενο βήμα των αυστηρών κυρώσεων απευθείας κατά της ίδιας της Τουρκίας, οπότε η Λευκωσία και η Αθήνα θα πρέπει να εξετάσουν κι άλλες (ειρηνικές) εναλλακτικές.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη