Προς Έκτορα Κουφοντίνα: Είδα τον Χρήστο Μάτη με χυμένα τα μυαλά στο πάτωμα. Ήταν δολοφονία όχι «επανάσταση»

«Η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Ξένη Δημητρίου άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Δικαστικού Συμβουλίου Βόλου, που απέρριπτε το αίτημα χορηγήσεως αδείας στον Κουφοντίνα, δρομολογώντας ουσιαστικά τις διαδικασίες ανατροπής. Η εξέλιξη εμφανίζει την Δικαιοσύνη να σύρεται υπό την πίεση που ασκείται για την χορήγηση αδείας στον πολυισοβίτη»
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 18 Μαΐου 2019

Προχθές οι δημοκράταροι φίλοι του Κουφοντίνα έκαψαν μέρος της Αθήνας, επειδή δεν εγκρίθηκε η άδεια του παιδιού, δηλαδή του «Φαρμακοχέρη δολοφόνου» της 17 Νοέμβρη. Την υπόλοιπη Αθήνα θα τη κάνουν Μονμάρτρη προσεχώς…

Τον κ. Διαμαντή Μπασαντή, συγγραφέα και δημοσιογράφο, δεν τον γνωρίζω ούτε κατ’ όψιν.  Το Ιανουάριο που μας πέρασε ο κ. Μπασαντής έκανε μια ανάρτηση στην ιστοσελίδα   PRONEWS. Την παραθέτω όπως είναι και την αφιερώνω σε κάθε αναρμόδιο αρμόδιο θαυμαστή της Μονμάρτρης, καθώς επίσης και στους αλληλέγγυους του ισοβίτη:

«Ήταν 24 Δεκεμβρίου 1984. Είχα γυρίσει για λίγες μέρες από το Λονδίνο που δούλευα και σπούδαζα τότε. Έπινα τον πρωινό καφέ στο πατρικό μου. Το σπίτι απείχε 30 μέτρα από την Εθνική Τράπεζα της περιοχής.

Γύρω στις 8, ένας διαβολεμένος θόρυβος από μαρσάρισμα μηχανής με έκανε να βγω με τις πυτζάμες στον δρόμο. Βγαίνοντας άκουσα μια γυναικεία φωνή από την μεριά της τράπεζας να ουρλιάζει: «Τον σκότωσαν, τον σκότωσαν»!
Όπως ήμουν πήγα προς την τράπεζα. Η πόρτα ορθάνοικτη. Μπήκα. Η τράπεζα άδεια.  Μόνο ο ταμίας, ο Νίκος, παλιός συμμαθητής στο δημοτικό, ήταν σκυμμένος πάνω από τον αστυφύλακα Χρήστο Μάτη, που ήταν πεσμένος ανάσκελα στο πάτωμα. Ο Νίκος του έπιανε τον σφυγμό. Μόλις με είδε είπε σαν χαμένος: «Είναι νεκρός;»

Είδα από το κεφάλι του αστυφύλακα να τρέχουν τα μυαλά του στο πάτωμα. Μόνο λίγο αίμα φαινόταν στην τρύπα που υπήρχε στο κρανίο του.

Σοκαρισμένος εξίσου με το Νίκο από το θέαμα απάντησα χωρίς να το πολυσκεφθώ: «Με τα μυαλά χυμένα στο πάτωμα πως να ζει ρε Νίκο;»

Ο Νίκος ανασηκώθηκε ταραγμένος. Ρώτησα τι συνέβη. Μου είπε: «Μόλις είχαμε ανοίξει. Μπήκαν οι πελάτες. Μπήκε κι ένας ντυμένος αστυφύλακας. Πλησίασε τον Χρήστο που φυλούσε την τράπεζα του έδωσε ένα κουτί με γλυκά και του είπε: «Χρόνια πολλά Χρήστο. Ο Χρήστος άπλωσε να πάρει το κουτί. Μόλις το έπιασε ο άλλος βγάζει από κάτω από το κουτί ένα περίστροφο και το βάζει στο κεφάλι του Χρήστου και λέει ‘’Αν κουνηθείς πέθανες’’. Ο Χρήστος τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Αυτό ήταν. Ο άλλος πυροβόλησε αμέσως. Ο Χρήστος έπεσε στο πάτωμα όπως τον βλέπεις. Εγώ πάτησα το κουμπί συναγερμού της αστυνομίας…»

Ήδη ακούγονταν σειρήνες να πλησιάζουν. Το αστυνομικό τμήμα του Θησείου απείχε από την τράπεζα των Άνω Πετραλώνων μόλις ένα χιλιόμετρο. Βγήκα αφήνοντας τον Νίκο να εξηγήσει το συμβάν στους αστυνομικούς.

Από το σπίτι τηλεφώνησα στην εφημερίδα  ΑΥΓΗ με την οποία συνεργαζόμουν ως ανταποκριτής της στο Λονδίνο.

Τον Χρήστο Μάτη τον είχα δει δύο-τρεις φορές στην τράπεζα. Ήταν ένα χωριατόπαιδο που κοίταγε αυστηρά. Κρατούσε ένα ημιαυτόματο κι έκανε βόλτες μέσα έξω.

Μια φορά είχα πει γελώντας στον ταμία: «Πολύ αυστηρός και τυπικός είναι αυτός». Κι ο ταμίας  απάντησε: «Καλό παιδί. Κάπου από την Ήπειρο νομίζω». Την επόμενη φορά που είδα τον 28χρόνο Χρήστο Μάτη ήταν νεκρός με τα μυαλά χυμένα στο πάτωμα!!!

Όταν το 2002 συνελήφθη ο αρχιεκτελεστής «Λουκάς» της 17 Νοέμβρη – ο κατά κόσμο Δημήτρης Κουφοντίνας –έμεινα άναυδος για την εκτελεστική του ψυχρότητα. Σύμφωνα με όσα ομολόγησε ο Χριστόδουλος Ξηρός: «Ο «Λουκάς» ντυμένος με στολή αστυνομικού εισήλθε πρώτος στην τράπεζα και κατευθύνθηκε προς το μέρος του ένοπλου αστυνομικού φρουρού… Ο «Λουκάς» (Δημήτρης Κουφοντίνας) πυροβόλησε τον αστυνομικό και αφού πήραμε τα χρήματα απομακρυνθήκαμε από την τράπεζα» Τόσο απλά…

Από το 1984 η σκηνή αυτή στοίχειωσε το μυαλό μου.

Όταν αποκαλύφθηκε η ταυτότητα του ψυχρού δολοφόνου, ένοιωσα απέχθεια και οργή για τον Κουφοντίνα. Απέχθεια για την πράξη του και οργή γιατί είχε χαρακτηρίσει τον εν ψυχρώ φόνο του νεαρού σαν «πολιτική παράπλευρη απώλεια» στην ληστεία μιας τράπεζας!

Βλέποντας προχτές τον Δημήτρη Κουφοντίνα να βολτάρει αμέριμνος στην άδεια γιορτινή Αθήνα και δίπλα του με επιδεικτική υπερηφάνεια τον γιό του Έκτορα ένοιωσα και πάλι απέχθεια και οργή για τον πατέρα. Αλλά και οίκτο για τον γιό.

Αυτόν τον θλιβερό νεαρό που έχει αλλοτριωθεί τόσο, ώστε να θεωρεί «επαναστατική πράξη» το να τινάζει κάποιος εν ψυχρώ τα μυαλά ενός, σχεδόν συνομήλικου του, για να ληστέψει μια τράπεζα.

Οίκτο για την κατάντια του Έκτορα που νοιώθει περήφανος, παραγνωρίζοντας το γεγονός, πως αυτός που τίναξε τα μυαλά στο πάτωμα ενός 28χρόνου φτωχόπαιδου ήταν ο πατέρας του!

Υ.Γ.: Το κείμενο αυτό στη μνήμη ενός άτυχου χωριατόπαιδου, του Χρήστου Μάτη, που κανείς πια δεν θυμάται. Το κείμενο αυτό για τον σπαραγμό των γονιών στην επαρχία που έθαψαν το παιδί τους με μια σφαίρα στο κεφάλι.

Το κείμενο αυτό και για τον θλιβερό Έκτορα, γιό του αρχιεκτελεστή, που δεν έχει ιδέα από την κρύα ανατριχίλα του θανάτου όταν βλέπεις ένα φτωχόπαιδο με τα μυαλά του χυμένα στο πάτωμα. Μόνο και μόνο γιατί φορούσε στολή και συνάντησε ένα πρωινό τον Δημήτρη Κουφοντίνα…»

Ναι κύριε Μπασαντή, αλλά θυμόμαστε τον Φύσσα. Λίγο τόχετε;