ΛΙΓΟΣ ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ

Ο διχασμός του κινήματος με την παρέμβαση της πολιτικής, η υποτέλεια στον Τσίπρα και η νεολαία ως ύστατη ελπίδα

Από τον
Γιάννη Κουριαννίδη

Το ποντιακό στοιχείο του Ελληνισμού ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους Ελληνες κυρίως λόγω του δυναμισμού του, αλλά και για το ότι εξακολουθεί να καλλιεργεί και να εξελίσσει τη δημοτική λαϊκή παράδοση και κληρονομιά του περισσότερο από κάθε άλλη εθνικοτοπική συνιστώσα του ελληνικού έθνους.

Ο δυναμισμός αυτός είναι που οδήγησε στην καθιέρωση της Ημέρας Μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας και της αναγνώρισής της από την ελληνική Βουλή, αλλά και στη διεθνοποίησή της με την αναγνώρισή της και από άλλα Κοινοβούλια, αν και όχι στον βαθμό που αυτή θα ήταν επιθυμητή.

Ηταν επόμενο τα κομματικά επιτελεία να επιδιώξουν την ποδηγέτηση του ποντιακού κινήματος, κάτι που δυστυχώς πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό. Στηριζόμενα στις προσωπικές φιλοδοξίες ορισμένων προβεβλημένων Ποντίων, δημιούργησαν συλλογικές εκπροσωπήσεις, πρωτοβάθμιες (σύλλογοι) και στη συνέχεια δευτεροβάθμιες (ομοσπονδίες), καθεμιά από τις οποίες εξυπηρετούσε συγκεκριμένες πολιτικές σκοπιμότητες και συμφέροντα.

Ηταν λογικό οι πρακτικές αυτές να απογοητεύσουν τη μεγάλη μάζα των Ποντίων, κάτι που αποτυπώθηκε σταδιακά στην κεντρική εκδήλωση μνήμης που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στις 19 Μαΐου, στην πλατεία Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη. Η εκδήλωση αυτή είναι γεγονός ότι φθίνει τόσο σε προσέλευση πολιτών όσο και, κυρίως, σε παλμό.

Ειδικά φέτος, που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την ημερομηνία έναρξης της Ποντιακής Γενοκτονίας, θα έπρεπε η εκδήλωση αυτή να τιμηθεί σε ένα ενωτικό κλίμα, με μεγαλοπρέπεια και με την αθόρυβη, αλλά ουσιαστική και καταλυτική συνεισφορά της Πολιτείας. Δυστυχώς, τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη...

Οι δύο μεγαλύτερες ομοσπονδίες των ποντιακών σωματείων, αφού ξεκατινιάστηκαν δημοσίως με απαράδεκτες ανακοινώσεις και αναρτήσεις, τελικά διεκδίκησαν, καθεμιά για λογαριασμό της, το ψευδεπίγραφο μιας «ενότητας για το κοινό καλό», που όμως δεν αποτυπώθηκε στην εκδήλωση, όπου η παρουσία οργανωμένων συλλόγων ήταν ιδιαιτέρως υποτονική και αριθμητικά πολύ υποδεέστερη άλλων ετών.

Σε αυτό συνετέλεσε και η στάση των ηγεσιών των ομοσπονδιών, οι οποίες υποδέχθηκαν μετά βαΐων και κλάδων τον πρωθυπουργό στη Θεσσαλονίκη, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τη λαϊκή βάση των Ποντίων, που δικαιολογημένα ήταν εξοργισμένη όχι μόνο για την προδοσία των Πρεσπών, αλλά ειδικότερα για τη στάση προβεβλημένων κυβερνητικών και κομματικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο θέμα της Γενοκτονίας, με σημαντικότερη αυτήν του πρώην υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη. Για τη στάση αυτή ποτέ δεν απολογήθηκαν η κυβέρνηση και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας. Λογικό ήταν, λοιπόν, η υποδοχή που του επεφύλαξαν οι πρόεδροι των ομοσπονδιών να προκαλέσει την οργή και την απογοήτευση των Ποντίων, οι οποίοι γύρισαν την πλάτη τους στην εκδήλωση.

Δυστυχώς, οι ηγεσίες του Ποντιακού Ελληνισμού στάθηκαν πολύ κατώτερες των περιστάσεων. Η έλλειψη αντίληψης του τι ακριβώς εκπροσωπούν τους οδήγησε σε αυτή την έκφραση υποτέλειας απέναντι στους υβριστές της Ιστορίας. Στην ιστορία των Ποντίων, στην ιδιαίτερη πατρίδα των οποίων κορυφώθηκε το δράμα της Γενοκτονίας και της προσφυγιάς, δεν αρμόζουν τέτοιες συμπεριφορές. Τα 353.000 θύματα της Γενοκτονίας ζητούν δικαίωση πρώτα στη δική μας συνείδηση, μέσω του σεβασμού των αξιών για τις οποίες θυσιάστηκαν υπερασπιζόμενα τα πάτρια.

Η υγιής αντίδραση της ποντιακής νεολαίας, που δείχνει να παίρνει τον αγώνα στα χέρια της, υποκαθιστώντας σταδιακά τις γερασμένες ηλικιακά και ψυχικά ηγεσίες, δείχνει να αποτελεί μια ελπίδα ότι αυτό το κίνημα δεν πρόκειται να καταλαγιάσει. Και, αν κρίνουμε από το διαχρονικό ποντιακό πείσμα καταξίωσης και νίκης, μάλλον πρέπει να θεωρήσουμε αυτή την ελπίδα βεβαιότητα.

*Υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης
info@thess-el-poli.gr