Μίλησε (πάλι) ως άνθρωπος των δανειστών

Νέο χτύπημα Στουρνάρα, που προέβλεψε αστοχία στο πλεόνασμα, ενώ επανέφερε στο τραπέζι το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων

Ο άνθρωπος που εκτελωνίζει με συνέπεια και αγόγγυστα τη φωνή των δανειστών στην έρημη χώρα τα τελευταία χρόνια ξαναχτύπησε! Ο Γιάννης Στουρνάρας, ο (εκ)κεντρικός τραπεζίτης της Ελλάδας, που λειτουργεί στην ΤτΕ σαν παράρτημα της κραταιάς ΕΚΤ και της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης, αξιοποίησε χθες άλλο ένα δημόσιο βήμα προκειμένου να ανακοινώσει τις δυσοίωνες προβλέψεις του για το μέλλον της οικονομίας και να συστήσει εμμονή στη γνωστή συνταγή της απάνθρωπης λιτότητας και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, η οποία κατ' ευφημισμόν, στη γλώσσα των απανταχού νεοφιλελεύθερων, αποκαλείται... σεμνά «μεταρρυθμίσεις».

Μιλώντας χθες στο 2ο InvestGR Forum 2019, ο κ. Στουρνάρας πρόλαβε ακόμα και αυτούς τους δανειστές, προβλέποντας δυσοίωνα και μάλλον χαιρέκακα -σαν να αναφερόταν σε κάποια τρίτη, αδιάφορη χώρα...- ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να πιάσει μέσα στο 2019 τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, υποστηρίζοντας ότι τελικά η «μπίλια» θα καθίσει στο 2,9% του ΑΕΠ. 

Θα περίμενε κανείς ότι η πείρα θα έκανε σοφότερο τον κ. Στουρνάρα. Ωστόσο, ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας δεν δείχνει να διδάσκεται από τα λάθη του και, υπερβαίνοντας με ευκολία τα όρια του ρόλου του, πέφτει με προβλέψιμη συχνότητα από λάθος σε λάθος.

Οι παρατηρητικοί, μάλιστα, επισημαίνουν τον ιδιαίτερο ζήλο που επιδεικνύει τελευταία στην υπεράσπιση θέσεων, οι οποίες με τον μανδύα της θεσμικής παρέμβασης δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να προδίδουν την αγωνία του «να πιάσει στασίδι», ώστε να κατοχυρώσει ακόμα μια θητεία στο τιμόνι της τράπεζας.

Στην ομιλία του στην επενδυτική ημερίδα ο κ. Στουρνάρας ανακάλυψε τώρα ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα επιβαρύνουν την ανάπτυξη της οικονομίας και αποφάνθηκε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να επαναδιαπραγματευθεί με τους δανειστές τούς δημοσιονομικούς στόχους που έχει συμφωνήσει για τα επόμενα έτη. «Η μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο σε σχέση με το ισχύον 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022, εφόσον συνδυασθεί με περισσότερες μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, δεν συνεπάγεται υψηλότερο δημόσιο χρέος, αλλά πιθανότατα χαμηλότερο» είπε.

Σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, η χώρα αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, τις εξής προκλήσεις: 

Το πολύ υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, το οποίο περιορίζει την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να παρέχει πιστώσεις σε υγιείς επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.
Το επίσης πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, που προκαλεί αβεβαιότητα για την ικανότητα της χώρας να το εξυπηρετήσει σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, με αποτέλεσμα να αυξάνει το κόστος δανεισμού του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και να περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική.
Τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων σε μια παρατεταμένη περίοδο, τα οποία επηρεάζουν αρνητικά την αύξηση του ΑΕΠ.
Τη συνακόλουθη πολύ υψηλή φορολογία (συμπεριλαμβανομένων των υψηλών εισφορών στην Κοινωνική Ασφάλιση), η οποία αποθαρρύνει την εργασία και τις επενδύσεις και αυξάνει τον άτυπο τομέα της οικονομίας.
Την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της Ελλάδας και το αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Την υψηλή μακροχρόνια ανεργία, που δημιουργεί ανισότητες, θέτοντας σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και αυξάνοντας τον κίνδυνο απαξίωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Τη γήρανση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη μετανάστευση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και τη δημογραφική κρίση.
Τον αργό ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας.
Τις δικαστικές αποφάσεις, που ενδέχεται να επιβαρύνουν σημαντικά τις δημοσιονομικές εξελίξεις.
Το εχθρικό περιβάλλον για τις επενδύσεις.