Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2021

Απελπισμένοι ξεπουλάνε τα πάντα για ένα… κομμάτι ψυχής

Κουβαλώντας δύο πίνακες «ευτελούς χρηματικής αξίας της αποθανούσης μητρός της», μια καλοντυμένη γυναίκα γύρω στα 50 κατεβαίνει διστακτικά τα σκαλιά που οδηγούν στο υπόγειο παλαιοπωλείο του Σώζοντος Παναγιώτη Καραμολέγκου, στην οδό Ερμού. Εκεί, «με πόνο ψυχής», όπως μας διηγείται ο ιδιοκτήτης, η κυρία αποχωρίστηκε δύο αντικείμενα μεγάλης συναισθηματικής αξίας για την ίδια, που όμως η αντικειμενική τους αξία δεν ξεπερνούσε τα 20 ευρώ. Ο κ. Καραμολέγκος εξηγεί ότι πλέον έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με παρόμοιες ιστορίες, καθώς το τελευταίο διάστημα όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας καταφεύγουν στην ακραία αυτή λύση, δηλαδή της πώλησης προσωπικών τους αντικειμένων στα παλαιοπωλεία, προκειμένου να εξασφαλίσουν μερικά ευρώ για την κάλυψη των βασικών τους αναγκών.

«Δυστυχώς είναι η δεύτερη φορά στη ζωή μου που συναντώ αυτήν την εικόνα. Η πρώτη ήταν όταν πρωτοπήγα ως μηχανικός στα καράβια, το 1971, την τελευταία χρονιά της ναυτιλιακής κρίσης. Τότε έβλεπες καπεταναίους και ναυτικούς να πουλάνε στα λιμάνια πράγματα που είχαν φέρει από κάθε γωνιά του κόσμου, όπως για παράδειγμα πορσελάνες από την Κίνα ή την Ιαπωνία, για την προίκα των αδελφών τους. Σήμερα, στη δύση της επαγγελματικής μου ζωής, το ξαναζώ σαν όνειρο για δεύτερη φορά, ως παλιατζής πλέον, βλέποντας όμως αυτή τη φορά κάθε λογής ανθρώπους» διηγείται ο κ. Καραμολέγκος. Το κατάστημά του, το οποίο φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συλλογή χειρόγραφων, με πάνω από 1.000.000 «κομμάτια», όπως με περηφάνια μάς πληροφορεί ο έμπειρος συλλέκτης, διαθέτει πλέον κάθε είδους μεταχειρισμένα και παλιά αντικείμενα: από στρατιωτικές στολές και μετάλλια, μέχρι παλιά ρούχα και πτυχία (!), που εξασφαλίζουν σε αυτούς που τα αποχωρίστηκαν μια οικονομική ανάσα σε καιρούς δύσκολους. «Σίγουρα όλα τα αντικείμενα που πουλάμε έχουν κάποια συναισθηματική αξία για τους πρώην ιδιοκτήτες τους» μας λέει καθώς μας δείχνει το εμπόρευμά του, αλλά πουλώντας τα «βουλώνουν τρύπες έστω και με τα τρία ή τα 10 ευρώ που θα πάρουν».

Στην πλατεία Αβησσυνίας συναντήσαμε ακόμη έναν «μάρτυρα» των συνεπειών της οικονομικής κρίσης στη ζωή των Ελλήνων και μη πελατών του. Πρόκειται για τον Νίκο Καρακάση, αντιπρόεδρο του Σωματείου Παλαιοπωλών Καταστηματαρχών Αθηνών «Οι Αγιοι Απόστολοι». Ο κ. Καρακάσης, ο οποίος διατηρεί καταστήματα μεταχειρισμένων επίπλων, έχει αρκετά περιστατικά να θυμηθεί που τον συγκίνησαν ή ακόμα και τον λύπησαν από την αρχή της κρίσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι νέοι «προμηθευτές» των παλαιοπωλείων είναι άνθρωποι κάθε ηλικίας, οι οποίοι, αναλογιζόμενοι τι έχουν λιγότερο ανάγκη στο νοικοκυριό τους, φτάνουν στα παλαιοπωλεία προκειμένου «να ξεφορτωθούν τα περιττά». Οικιακά είδη, όπως μίξερ και τοστιέρες, έχουν φτάσει να θεωρούνται «είδη πολυτελείας» στην Ελλάδα του Μνημονίου και ως τέτοια ανταλλάσσονται για λίγα ευρώ, που σε κάποιους εξασφαλίζουν το φαγητό μερικών ημερών ή ακόμα και μιας εβδομάδας. Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση μιας ακόμα «καλοβαλμένης και καλοντυμένης κυρίας», όπως την περιγράφει ο κ. Καρακάσης, η οποία «μπαίνοντας στο μαγαζί φαινόταν για πελάτισσα, τελικά όμως με πλησίασε και με ρώτησε αν έχω χρήματα να της δώσω. Μόλις της έδωσα το ένα ευρώ που είχα πάνω μου, άρχισε να κλαίει “για την κατάντια μας”, όπως μου είπε, όταν προσπάθησα να την ηρεμήσω».

Ενα ακόμα σημείο των καιρών, σύμφωνα με τον κ. Καρακαση, είναι και η «απόδραση» αρκετών συμπολιτών μας από την Αθήνα, οι οποίοι όμως, φεύγοντας, επιλέγουν να πουλήσουν τα έπιπλά τους από το να τα μεταφέρουν μαζί τους στο νέο τους σπίτι. «Οσοι Ελληνες έχουν σπίτια στην περιφέρεια, καθώς και οι μετανάστες, την κοπανάνε από την Αθήνα». Οι μεν Ελληνες αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον μακριά από την πρωτεύουσα, οι δε αλλοδαποί πίσω στην πατρίδα τους. «Συνήθως όσοι κλείνουν τα σπίτια τους φέρνουν σε εμάς τα έπιπλά τους, τα οποία είναι ως επί το πλείστον καινούργια, όχι αντίκες» εξηγεί ο ίδιος. Το κατάστημά του, άλλωστε, ειδικεύεται στα έπιπλα, «σε άλλους παλιατζήδες φέρνουν, εκτός από τα συνηθισμένα, όπως πίνακες και αντίκες, ακόμα και κουζινικά, σκεύη, πιατέλες, σερβίτσια, μαχαιροπίρουνα – και όλα αυτά για λίγα ευρώ, δυστυχώς».

Ανάλογη εικόνα και στη Θεσσαλονίκη, καθώς δεν είναι λίγοι αυτοί που επιλέγουν να «σκοτώσουν» διάφορα οικιακά τους είδη για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Οπως μας πληροφορεί ο Παναγιώτης Κοτίδης, πρόεδρος του Σωματείου Παλαιοπωλών Θασσαλονίκης «Μπιτ Παζάρ», «τα πράγματα έχουν αρχίσει να δυσκολεύουν, ακόμα όμως δεν έχουμε δει τα χειρότερα. Αν συνεχιστεί η κρίση, ο κόσμος θα φτάσει στο σημείο να ξεπουλά πολύ πιο σημαντικά και ακριβά αντικείμενα από απλά σερβίτσια και ρούχα». Εξάλλου, όπως σημειώνει ο κ. Κοτίδης, τα αντικείμενα μεγάλης αξίας, όπως χρυσαφικά και κοσμήματα, καταλήγουν στα συνεχώς αυξανόμενα και ανεξέλεγκτα ενεχυροδανειστήρια, που λειτουργούν πλέον ακόμα και στο Διαδίκτυο.

«Τα κοράκια θελουν να αγοράσουν σε εξευτελιστικές τιμές αυτά που οι φτωχοί πουλάνε προκειμένου να επιβιώσουν»

 

Αντιστρόφως ανάλογη της προσφοράς, ωστόσο, είναι η ζήτηση για τα μεταχειρισμένα και τα συλλεκτικά αντικείμενα που πωλούνται στα παλαιοπωλεία, όπως μας ενημερώνει ο Νίκος Καρακάσης, αντιπρόεδρος του Σωματείου Παλαιοπωλών Καταστηματαρχών της Αθήνας. «Επτά στους 10 που μπαίνουν στα μαγαζιά μας πλέον έρχονται για να πουλήσουν, όχι για να αγοράσουν κάτι» τονίζει, δίνοντας το στίγμα της δύσκολης πραγματικότητας που βιώνουν οι επαγγελματίες και αυτού του κλάδου, και προσθέτει: «Οπως είναι φυσικό, πολλά καταστήματα έχουν αναγκαστεί να βάλουν λουκέτο, κυρίως από το 2009 και μετά».

Τα λεγόμενα του συναδέλφου του από την Αθήνα επιβεβαιώνει και ο κ. Κοτίδης, του σωματείου της συμπρωτεύουσας. «Οι παλαιοπώλες είμαστε κι εμείς κομμάτι της κοινωνίας, όταν ο κόσμος περνάει κρίση είναι δυνατόν να μην περνάμε κι εμείς;» διερωτάται και αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «τον τελευταίο ενάμιση χρόνο επτά συνάδελφοι έχουν κλείσει τα καταστήματά τους», ενώ πολλοί είναι και αυτοί που ήδη ασφυκτιούν και κρατιούνται στην αγορά «με νύχια και με δόντια».

Σε μια κίνηση να τονωθεί η αγοραστική κίνηση στον συγκεκριμένο κλάδο και να αποφευχθούν τα χειρότερα, το Σωματείο Παλαιοπωλών Καταστηματαρχών Θεσσαλονίκης είχε προ μηνών καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση στη δημοτική αρχή της πόλης για τη διεξαγωγή υπαίθριου παζαριού δύο Κυριακές τον μήνα. Η αρχική αντιπρόταση από τη δημοτική αρχή ήταν να υλοποιηθεί το συγκεκριμένο σχέδιο, αλλά μόνο μια φορά τον μήνα. Ωστόσο, όπως καταγγέλλει ο κ. Κοτίδης, «έχουν περάσει τρεις μήνες από την πρώτη μας συνάντηση με τον δήμο και ακόμα δεν έχει γίνει κάποια ουσιαστική κίνηση». Στην -εκ των πραγμάτων- δύσκολη οικονομική κατάσταση της αγοράς, λοιπόν, προστίθεται και η κωλυσιεργία των αρμόδιων δημοτικών φορέων, που οδηγούν το άλλοτε πολυσύχναστο Μπιτ Μπαζάρ της Θεσσαλονίκης σε μαρασμό.

Μέχρις ότου ανακάμψει η αγορά όμως, τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στην Αθήνα, η πλειονότητα των εναπομεινάντων αγοραστών στα παλαιοπωλεία θα είναι τα λεγόμενα «κοράκια», όπως τους χαρακτήρισε ο κ. Καραμολέγκος. «Αυτοί που έχουν και κατέχουν έρχονται και κοιτάνε να αγοράσουν σε εξευτελιστικές τιμές αυτά που οι φτωχοί πουλάνε προκειμένου να επιβιώσουν, γιατί η επιβίωση είναι ο λόγος που αναγκάζει τους φτωχούς να πουλάνε αντικείμενα αξίας, τίποτα άλλο. Εκμεταλλεύονται, δηλαδή, την ανάγκη του διπλανού τους. Πολύ άσχημο πράγμα αυτό, εύχομαι να μην το ζήσετε» καταλήγει ο κ. Καραμολέγκος.

Αγγελος Σκορδάς

Φωτό: Χρήστος Ζήνας

{{-PCOUNT-}}14{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ