Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

ΓΙατί έπεσαν να… φάνε τη Δημουλά

Σχεδόν δύο εβδομάδες μετά τη βόλτα-ξενάγηση πολλών δεκάδων Αθηναίων στην Κυψέλη, με διοργανωτές την ομάδα Πόλις των Ατενίστας και «οδηγούς» τον αρχιτέκτονα Νίκο Καβαδά και τον σκηνοθέτη Μενέλαο Καραμαγγιώλη, ο ανέμελος-εκπαιδευτικός περίπατος στον αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό πλούτο της ιστορικής γειτονιάς εξακολουθεί να… συζητιέται έντονα στα κοινωνικά δίκτυα.

Για την ακρίβεια, προκλήθηκαν διαδικτυακός σάλος και ποικίλες αντιδράσεις, με αφορμή άρθρο εφημερίδας για ξενοφοβικά σχόλια και επικράτηση ρατσιστικού λόγου εις βάρος των μεταναστών εκ μέρους της διακεκριμένης ποιήτριας Κικής Δημουλά, καλεσμένης από τους διοργανωτές να μιλήσει για την (εδώ και 76 χρόνια) γειτονιά της.

Το ραντεβού δόθηκε το πρωί της Κυριακής των Βαΐων 28 Απριλίου. Με τον καιρό να θυμίζει καλοκαίρι, πλήθος κόσμου περιηγήθηκε στους κεντρικούς δρόμους και στα στενά της Κυψέλης, με στάσεις στο κτίριο Art-Deco, στην οδό Ιθάκης 31, όπου έζησε ο Οδυσσέας Ελύτης, στον ναό Αγίου Γεωργίου και στους φανοστάτες που διασώθηκαν από την κατεδάφιση του Δημοτικού Θεάτρου και αποτελούν έργο του Ε. Τσίλερ, στη θρυλική Φωκίωνος Νέγρη, σε εμβληματικά κτίρια, όπως η πολυκατοικία Λαναρά κ.ά. Η μαζική βόλτα κατέληξε στη σκιερή αυλή του 21ου Δημοτικού Σχολείου στην οδό Κύπρου 46, όπου η βραβευμένη ποιήτρια Κική Δημουλά και ο λογοτέχνης Μένης Κουμανταρέας μίλησαν για τον αγαπημένο τόπο τους.

76 χρόνια στην Κυψέλη στον ίδιο δρόμο

«Καλησπέρα, λοιπόν, στους γείτονες τους αγαπητούς. Ε, όλοι γείτονες είστε. Ολη η Αθήνα είναι μια γειτονιά! Εγώ ζω στην Κυψέλη 76 χρόνια, στον ίδιο δρόμο» είπε η Κική Δημουλά, καλωσορίζοντας τους πολίτες που κάθισαν κοντά της, στη σκιά των δέντρων του 21ου Δημοτικού Σχολείου, προκειμένου να την ακούσουν να περιγράφει τη «δική της» γειτονιά. Αναφερόμενη στην παλιά και τη σύγχρονη Κυψέλη, περιέγραψε τις χαρές και τις λύπες που έχει βιώσει στην ιστορική αθηναϊκή περιοχή, και την εικόνα της Κυψέλης και των κατοίκων της στο πέρασμα των ετών. Είπε συγκεκριμένα:

«Είναι κάπως μοιραία τα πράγματα, το δικό μου σπίτι ήταν λίγο πιο κάτω από το πατρικό, οπότε ούτε ατμόσφαιρα ούτε δεσμά άλλαξα εύκολα. Εζησα τα ωραία χρόνια της Κυψέλης, όσο μπορεί κανείς να δει το ωραίο όταν είναι παιδί, που προέχει πάντα αυτή η νεότητα και φτιάχνει τα πράγματα πάντα όπως τα θέλει.

Η Κυψέλη ήταν παράδεισος. Η οδός Πυθίας όπου έζησα ήταν ωραίες μονοκατοικίες, με κήπους όλα τα σπίτια, γνώριμοι οι κάτοικοι πάρα πολύ, γραφική η Φωκίωνος Νέγρη, όπου κατηφόριζα για το γυμνάσιο το 6ο, για την οδό Επτανήσου. Τώρα έχουν φυτρώσει πάρα πολλά καφενεία εκεί. Τέλος πάντων, έζησα εκεί, αφού ήταν του πατέρα μου το σπίτι, μετά παντρεύτηκα, το 1954, πήγα δύο γωνίες παρακάτω, έζησα κι εκεί για 15 χρόνια με μια συνεχή νοσταλγία, καθώς άρχισαν να χαλάνε τα πράγματα στην περιοχή, να φυτρώνουν οι πολυκατοικίες οι άχαρες και να γκρεμίζονται εικόνες, στην ουσία όχι σπίτια, εικόνες που είχαμε επί χρόνια ενστερνιστεί, και άρχισα να γκρινιάζω και να λέω: “Θεέ μου, θα φύγω από εδώ, θα πάω κάπου αλλού”.

Επεισα τον απρόθυμο Αθω Δημουλά και πήραμε ένα δάνειο. Πήραμε ένα διαμέρισμα στην Αγία Παρασκευή, όπου ζούσε και ο γιος μου εκεί, παντρεμένος. Αγοράσαμε, λοιπόν, με κόπο και ένα δάνειο ένα σπίτι στην Αγία Παρασκευή και σε έξι μήνες ξαναμετακόμισα στην οδό Πυθίας 26. Είχα μάλιστα καταφύγει σε έναν γιατρό στη γειτονιά, ορθοπεδικό-ποιητή, τον Δημήτρη Παπαδίτσα -ήταν στην οδό Πατησίων- και του είπα: “Κάτι μου συμβαίνει, έχει πλακωθεί η καρδιά μου…”. Μου απάντησε: “Τα πεύκα σε πειράζουν”. Τέλος πάντων, με πολύ μεγάλη δυσαρέσκεια του Αθω Δημουλά μεταφέρθηκα πάλι στην οδό Πυθίας 26, ευφρόσυνα και ευδαίμων. Εκείνος άπαξ και τον πήγα εκεί δεν είχε μεγάλη μανία, δεν άντεχε και τις μετακινήσεις, δεν ήταν και της αντοχής άνθρωπος πάντα, αλλά υπέκυψε, αφού εγώ δεν ήμουν υποχωρητική κι έζησα αρκετά χρόνια, ώσπου πριν από επτά χρόνια η κόρη μου αγόρασε ένα σπίτι, τρία σπίτια πιο κει, από το πατρικό της Φαέθοντος δηλαδή. Εμεινε εκεί οκτώ χρόνια, της ντάντεψα τα παιδιά της και αίφνης κατελήφθη κι αυτή από τη μανία του προαστίου. Εφυγε εντέλει και με πολλή λύπη το έζησα αυτό: συγχρόνως να εγκαταλείψω το συζυγικό μου σπίτι, διότι είχε πάρα πολλές σκάλες και όντως είχα μεγαλώσει πια αρκετά για να μην μπορώ να σαλτάρω.

Ετσι μεταφέρθηκα στη Φαέθοντος πάλι 26, γωνία με την Πυθίας. Επομένως η Πυθία δεν έφυγε από το οπτικό μου πεδίο και ζω τώρα εκεί, όχι πάρα πολύ συμφιλιωμένη με την αλλαγή. Τώρα, όσοι αναρωτιούνται γιατί δεν ήθελα να φύγω; Μα γιατί όλη μου η ζωή διεπράχθη σε αυτό το μέρος. Πουθενά αλλού. Ο,τι έζησα σημαντικό και δεν έζησα -και κακά και αρρώστιες και δυσάρεστα και εκπλήξεις- έγινε σε αυτή την περίφημη Κυψέλη. Θα πει κανείς, δεν έβλεπα τις παραμορφώσεις;

Ξέρετε, ο άνθρωπος έχει και μια φαντασία. Μπορούσε κανείς να γκρεμίζει τα εξαμβλώματα και να προκύπτουν από κάτω παλιές μορφές του τόπου. Νομίζω ότι γεωγραφήθηκε αρκετά η αφοσίωσή μου στην Κυψέλη. Αν έχετε κάτι άλλο, ρωτήστε με… Μην ξεχνάμε ότι οι ξένοι που βρέθηκαν εδώ ήταν λόγω της φτώχειας των χωρών εκείνων. Ηλθαν να ζήσουν εδώ πέρα. Οι ξένοι (οι Αλβανοί τουλάχιστον) επιστρέφουν βέβαια στις πατρίδες τους. Το μόνο που κάνω για την Κυψέλη είναι να ζω ακόμη εκεί.

Θα πρέπει να το πούμε πάντως και αυτό. Πρέπει να πω όμως ότι είναι και ένας συνεχής κίνδυνος. Κινδυνεύουν οι ντόπιοι από κλοπές φοβερές ακόμη και στον δρόμο. Σας λέω ένα πάρα πολύ συγκεκριμένο πράγμα: Στην Πυθίας 42 ήταν το πατρικό μου, όπου ζει σε ένα διαμέρισμα η αδελφή μου. Δύο φορές την πήγαν στο νοσοκομείο, δύο φορές την παραμόρφωσε ένας έξω από το σπίτι, διότι δεν έβρισκε τα κλειδιά για να μπει μέσα. Την πρώτη φορά και εκείνη και τον άνδρα της επί δύο ώρες τους έκλεισαν το στόμα, τους έκλεισαν στο μπάνιο και έκλεβαν το σπίτι ανενόχλητοι.

Περιορισμένα περιστατικά, ναι, αλλά ο φόβος είναι απεριόριστος. Δεν θέλω να πω ότι οι ξένοι της Κυψέλης είναι και ληστές.

Πάντως, εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι -πολύ φυσικό, βέβαια. Πώς να περάσουν την ώρα τους;- και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος. Βεβαίως, οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί. Αυτό είναι μια πραγματικότητα. Βεβαίως, τους αγαπάμε τους ξένους, αφού έφυγαν από κει για να έλθουν και να ζήσουν, να δουλέψουν. Αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι.

Παίζαμε πεντόβολα ώρες ολόκληρες στα σκαλάκια του σπιτιού. Ητανε μια άλλη κατάσταση. Τη νοσταλγώ πάρα πολύ και δεν ξέρω αν αυτός είναι ο λόγος που δεν ακολούθησα την κόρη μου στο προάστιο ή απλά ο φόβος να προσαρμοστώ στο καινούργιο. Εγώ συνήθισα με τους ξένους να ξυπνώ και να τους βλέπω. Εχω συναντήσει πολλούς μαύρους με καρότσια του σούπερ μάρκετ… Εχει όμως κι έναν μόδιστρο Πακιστανό η γειτονιά μου, που δεν τον φτάνει κανείς στο διόρθωμα, στη Φαέθοντος βρίσκεται… Και ανδρικά και γυναικεία. Είναι περιοχή μετάβασης η Κυψέλη. Ολοι σχεδόν έχουν ζήσει εδώ. Φιλόξενη περιοχή, μετάβασης, διότι κρίθηκε αυτομάτως, επειδή ήταν προσιτή, δεν μπορούσαμε να πάμε στο Κολωνάκι. Μακάρι να μην υπήρχε αυτό το θέμα της πείνας, μακάρι οι φυλές του κόσμου να ήταν ανακατωμένες. Εδώ πια είναι ένα πρόβλημα πώς συντηρούνται αυτοί οι άνθρωποι. Ευχαριστήθηκα πολύ σήμερα που ήμουν με τους Κυψελιώτες, πάρα πολύ».

{{-PCOUNT-}}15{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ