Παρασκευή, 23 Απρ 2021

Γιατί φέρνει «κούρεμα» στις συντάξεις η μείωση των εισφορών

Χαμηλότερες από 4,5% έως περίπου 28% θα είναι οι αποδοχές των μη μισθωτών, όταν ολοκληρώσουν τον εργασιακό βίο τους, ενώ οι μικρότερες καταβολές απειλούν το Ασφαλιστικό με τη δημιουργία νέων ελλειμμάτωνΑπό τον
Νάσο Χατζητσάκο

Σε ένα ακόμη πιο άδικο σύστημα, τόσο για τους ασφαλισμένους όσο και για τη Δημόσια Κοινωνική Ασφάλιση, φαίνεται ότι οδηγούν οι πρόσφατες τροποποιήσεις-μειώσεις επί των καταβαλλόμενων εισφορών για τους μη μισθωτούς (ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι). Από τη μια πλευρά προκύπτει ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος δημιουργίας νέων ελλειμμάτων για το Ασφαλιστικό και από την άλλη οι συντάξεις, τις οποίες θα λάβουν οι δικαιούχοι όταν ολοκληρώσουν τον εργασιακό βίο τους, θα είναι «κουρεμένες» από 4,5% έως περίπου 28%.

Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από την ανάλυση του μέλους της Διοικούσας Επιτροπής (Δ.Ε.) του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ Κώστα Νικολάου επί των πρόσφατων αλλαγών που επήλθαν στις εισφορές των μη μισθωτών (από 20% μειώθηκαν στο 13,33%). Αν και με μια πρώτη «ανάγνωση» οι μειώσεις στις εισφορές φαίνονται θετικές, από τα αποτελέσματα που θα προκληθούν με τη σταδιακή εφαρμογή των νέων δεδομένων διαφαίνεται ότι το σύστημα όχι μόνο δεν γίνεται πιο δίκαιο, αλλά στην πραγματικότητα ενδέχεται να προκαλέσει νέες, κραυγαλέες διακρίσεις σε βάρος μεγάλης μερίδας των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολουμένων, καθώς και να δημιουργήσει νέα ελλείμματα στο δημόσιο Ασφαλιστικό.

Συγκεκριμένα, με βάση τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από την ανάλυση του κ. Νικολάου, οι μη μισθωτοί ασφαλισμένοι θα έχουν από το 2019 και μετά μείωση των καταβαλλόμενων εισφορών της τάξης του 33,3% (από το 20% στο 13,3%). Ομως, παράλληλα, όταν ολοκληρώσουν την επαγγελματική διαδρομή τους, οι συντάξεις τις οποίες θα λάβουν θα είναι μειωμένες από περίπου 4,5% έως 28%, ανάλογα με τα μηνιαία εισοδήματά τους στη διάρκεια τους ασφαλιστικού βίου τους.

Περισσότερο, μάλιστα, «κουρεμένες» κύριες συντάξεις θα λάβουν όσοι δηλώνουν μηνιαία εισοδήματα από περίπου 1.300 ευρώ και πάνω. Για τους ασφαλισμένους αυτούς οι μειώσεις στις συντάξεις θα κυμαίνονται από περίπου 17% έως 28%.

Μικρότερες μειώσεις θα υποστούν όσοι δηλώνουν μηνιαία εισοδήματα από περίπου 650 ευρώ έως 1.200 – 1250 ευρώ. Για αυτούς τους μη μισθωτούς, οι απώλειες στις συντάξεις θα κυμαίνονται από 4% έως 15%. Καμία απώλεια, παρά τη μείωση των εισφορών, δεν θα έχουν όσοι δηλώνουν μηνιαία εισοδήματα έως 600 ευρώ. Για αυτούς τους μη μισθωτούς με τα ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα, οι συντάξεις θα παραμείνουν στο ίδιο επίπεδο με τα προ μειώσεων εισφορών δεδομένα, δηλαδή περίπου στα 582 ευρώ.

«Παράλογα» μπορεί να χαρακτηριστούν, την ίδια στιγμή, τα ποσοστά αναπλήρωσης των μηνιαίων εισοδημάτων για τους μη μισθωτούς, από τις συντάξεις που θα λάβουν όταν ολοκληρώσουν τον επαγγελματικό βίο τους. Ικανοποιητικά ποσοστά αναπλήρωσης προκύπτουν μόνο για όσους δηλώνουν χαμηλά εισοδήματα μηνιαίως, ενώ για όσους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολουμένους είναι στα μεσαία επίπεδα ή στα «ρετιρέ» προκύπτουν χαοτικές -και φυσικά κραυγαλέα άδικες- διαφορές. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι για όσους δηλώνουν μηνιαία εισοδήματα από περίπου 500 έως 900 ευρώ τα ποσοστά αναπλήρωσης κυμαίνονται από 100% έως περίπου 80%.

Ομως, για όσους δηλώνουν μηνιαία εισοδήματα από 1.400 ευρώ έως 5.800 ευρώ, τα ποσοστά αναπλήρωσης από τις συντάξεις που θα λάβουν μειώνονται δραματικά – από περίπου 59% έως περίπου 40%!

Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην ανάλυσή του ο κ. Νικολάου, «είναι εμφανές πως το ισχύον σύστημα εισφορών και συντάξεων, μαζί και των προσαυξήσεων (στο εξής, μόνο το 50% του πληθωρισμού θα λαμβάνεται υπόψη) δεν συνιστά ασφάλιση και πρέπει να καταργηθεί». Οι εισφορές -προσθέτει το μέλος της Δ.Ε. του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ- «για εισοδήματα άνω των 1.000 ευρώ, αντί για σύνταξη, μετατρέπονται σε βαριά υπερφορολόγηση, καθιστώντας την κοινωνική ασφάλιση, στο σύνολό της, ευάλωτη και έρμαιο, ωθώντας την σε τυχάρπαστες επιλογές».

Σύμφωνα με τον κ. Νικολάου, το πρόβλημα εντοπίζεται στον παράλογο, όπως τον χαρακτηρίζει, τρόπο υπολογισμού όλων των συντάξεων και στο υπερβολικό ύψος του πλαφόν. «Κατά τον νέο ”νόμο Κατρούγκαλου”» τονίζει «ισχύει ότι… όσο μεγαλύτερες εισφορές καταβάλλονται τόσο (αναλογικά) χαμηλότερη σύνταξη προκύπτει. Για μηνιαία εισοδήματα των 700 ευρώ, η κύρια σύνταξη αναλογεί στο 90%, ενώ για εισοδήματα ύψους 5.800 ευρώ τον μήνα αναλογεί μόλις στο 40%».

Ερωτήματα για το κόστος που προκαλούν οι ρυθμίσεις της κυβέρνησης

Ο παραλογισμός που διέπει το σύστημα υπολογισμού των συντάξεων, σύμφωνα με το μέλος της Δ.Ε. του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, προκαλεί μια σειρά ερωτημάτων, ειδικά μετά την απόφαση της κυβέρνησης να μειώσει τις εισφορές, χωρίς να προχωρήσει σε καμία περαιτέρω αναγκαία μετατροπή του, με στόχο να γίνει δικαιότερο για τους ασφαλισμένους και επωφελέστερο για τη βιωσιμότητα του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης.

Προκαλούνται κρίσιμα ερωτήματα, τονίζει ο κ. Νικολάου, καθώς α) δεν γίνεται καμία αναφορά στο ποιος θα πληρώσει το «μάρμαρο» και τα ελλείμματα που θα προκληθούν από τη μείωση των εισφορών, β) παραβιάζεται η βασική αρχή, το ποσοστό του 20% της ασφαλιστικής εισφοράς, ως ο καθοριστικός παράγοντας για το ύψος των συντάξεων και (κατά τον νόμο Κατρούγκαλου), να αποτελεί το ισοζύγιο μεταξύ εισφορών και συντάξεων, και γ) ανοίγει ο ασκός του Αιόλου με κατεύθυνση τη γενική μείωση του ποσοστού εισφοράς (πάγιο αίτημα των εργοδοτών), όπως η γενικευμένη μείωση της εργοδοτικής εισφοράς κατά 50%.
Σημειώνεται ότι τη μείωση της εργοδοτικής εισφοράς από το 13,33% στο 6,67% ζητούν οι εργοδοτικοί φορείς, ενώ πρόσφατη πρόταση των κ. Νεκτάριου, Χριστοδουλάκη και Θεοχάρη κάνει λόγο για «κούρεμα» στο 12%.

{{-PCOUNT-}}16{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ