Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2021

Η αξέχαστη (μυθική) φωνή της μεταπολεμικής Ελλάδας

Δεν εμφανίστηκε ποτέ στο θέατρο. Ούτε και σε νυχτερινά μαγαζιά. Ωστόσο τα τραγούδια της -και ήταν πολλά εκείνα που ηχογραφήθηκαν με τη βελούδινη φωνή της- εξακολούθησαν να ζουν πέρα από τα σύνορα της ιστορίας τους. Η Στέλλα Γκρέκα, η ντίβα της μεταπολεμικής Αθήνας και ερμηνεύτρια μεγάλων επιτυχιών, όπως του αξέχαστου άσματος «Χθες το βράδυ», στις 16 Δεκεμβρίου μας έχει δώσει «ραντεβού» στο θέατρο Badminton, υποσχόμενη να μας ταξιδέψει πίσω στον χρόνο, σε μια εποχή την οποία πολλοί «γλυκοκοιτάζουν» με νοσταλγία. Τίτλος του μουσικού αφιερώματος είναι «Μια φωνή μύθος», στο οποίο γνωστοί καλλιτέχνες θα καταθέσουν τα διαπιστευτήριά τους. Λίγο πριν από την παράσταση η 91χρονη ερμηνεύτρια μίλησε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» και άνοιξε την καρδιά της, αποκαλύπτοντας άγνωστες πτυχές της ζωής της.
Αθηναία από τα γεννοφάσκια της, η Στέλλα Λαγκαδά -όπως ήταν το πατρικό της- μεγάλωσε στην αστική ζεστασιά της γειτονιάς του Αγίου Παύλου. Σε αυτή τη γοητευτική συνοικία, κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο υπαίθριο θέατρο Αλκαζάρ, την πρωτοείδε ο Ορέστης Λάσκος. Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα οι δυο τους ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας.

«Παντρευτήκαμε την περίοδο της Κατοχής, το 1942. Δύσκολα χρόνια» μας λέει η ίδια. «Μέσω εκείνου μπήκα στα καλλιτεχνικά σαλόνια. Ο Λάσκος με έβαλε να παίξω στο φιλμ που ετοίμαζε, τις “Ραγισμένες καρδιές”. Η ταινία προβλήθηκε το 1945».

Ο κουμπάρος τους -ο άνδρας που την πάντρεψε με τον Λάσκο-, ο Φιλοποίμην Φίνος, ήταν εκείνος που την παρότρυνε να συνεχίσει το τραγούδι, αλλά και της έδωσε γενναιόδωρα έναν μεγάλο ρόλο στην ταινία «Μαρίνα», φιλμ που έγινε επιτυχία κόβοντας περισσότερα από 101.000 εισιτήρια. Σε αυτό η μελαχρινή ηθοποιός με την μπάσα φωνή και το μοναδικό ηχόχρωμα υποδυόταν μια νησιωτοπούλα που αφήνει τον τόπο της και έρχεται στην Αθήνα, όπου καταλήγει τραγουδίστρια σε καμπαρέ. Στη «Μαρίνα» μάλιστα δόθηκε και το πρώτο φιλί που καταγράφηκε ποτέ στην ελληνική κινηματογραφική ιστορία. Το τρυφερό αυτό ενσταντανέ ήταν μεταξύ της Στέλλας και του συμπρωταγωνιστή της Δημήτρη Μυράτ, ενώ το τραγούδι που ξεπήδησε από την ταινία ήταν το περίφημο «Τραγούδι της Μαρίνας» («Την τρεχαντήρα μου πουλώ»).

«Γνώρισα πολύ κόσμο. Πολλές σπουδαίες προσωπικότητες. Οπως ο Γιώργος Τζαβέλλας όμως κανείς. Ηταν ένας πραγματικός τζέντλεμαν. Ενας καλόκαρδος άνδρας. Αλλά και ο Μιχάλης Σουγιούλ ήταν εξαιρετικός. Εκείνος με πήγε στην Columbia για να υπογράψω το πρώτο μου συμβόλαιο». Αμέσως μετά ακολούθησαν συνεργασίες με τον Χρήστο Χαιρόπουλο, τον Κώστα Γιαννίδη, τον Μενέλαο Θεοφανίδη και σχεδόν όλους τους σημαντικούς Αθηναίους της μεταπολεμικής Αθήνας. Η Στέλλα Γκρέκα ήταν για πολλούς η μούσα τους, η ερμηνεύτρια κομματιών όπως τα «Ηρθες σαν την άνοιξη», «Πάμε στο άγνωστο», «Πού να ’σαι τώρα», «Είδα μάτια πολλά», «Χθες το βράδυ», καθώς και πολλές ακόμη μεγάλες επιτυχίες· τραγούδια τα οποία ωστόσο ποτέ δεν ακούστηκαν από τη σκηνή παρά μόνο μέσα από τις στροφές των δίσκων βινιλίου. «Δεν βγήκα ποτέ στο θέατρο και δεν τραγούδησα ποτέ σε μαγαζί το βράδυ. Δεν ήταν κάτι που ήθελα. Ωστόσο τα κομμάτια αυτά αγαπήθηκαν πολύ».

Η ίδια υπήρξε μάλιστα μία από τις αγαπημένες ερμηνεύτριες της Μαρίκας Κοτοπούλη και του Δημήτρη Χορν. Με τον Τάκη -όπως τον αποκαλεί- γνωρίζονταν από τα παλιά. Οικογενειακοί φίλοι καθώς ήταν, η Στέλλα και ο Τάκης είχαν θαμπώσει τα πλήθη, όταν σε ηλικία μόλις οκτώ χρόνων και οι δύο είχαν δώσει μια παράσταση τσάρλεστον σε μια δεξίωση. Χαρακτηριστικό ήταν ότι γνωστή εφημερίδα της εποχής τούς είχε φιλοξενήσει στη στήλη των κοσμικών.

«Κάναμε παρέα με τον Δημήτρη, δεν ήμασταν ποτέ κολλητοί φίλοι. Ηταν όμως πραγματικά ένα αστέρι, ένας άνθρωπος πολυτάλαντος. Από μικρό παιδί φαινόταν ότι θα γινόταν τρανός».

Ακόμη και η βασιλική οικογένεια δήλωνε θαυμάστρια των τραγουδιών της. Ο βασιλιάς Παύλος -τον οποίο, παρά τις κακόβουλες φήμες της εποχής, ουδέποτε η ίδια γνώρισε από κοντά- της απέστειλε, ως δείγμα της βαθιάς εκτίμησης που της έτρεφε, τον προσωπικό φωτογράφο του παλατιού. Τη φωτογράφισε και τις λήψεις αυτές στη συνέχεια τις πήγαν στον βασιλιά.

Το εύηχο αρτιστίκ επίθετο το χρωστά στον τότε σύζυγό της, τον σκηνοθέτη του περίφημου φιλμ «Δάφνις και Χλόη» Ορέστη Λάσκο. «Βαφτίζοντάς» τη από Λαγκαδά σε Γκρέκα, της χάρισε την καλλιτεχνική αθανασία, όχι όμως και την οικογενειακή ευτυχία.

Οι δυο τους έπειτα από έναν σύντομο έγγαμο βίο αποφάσισαν να ακολουθήσουν ξεχωριστούς δρόμους. «Δεν ήταν κακός ο Λάσκος. Απλώς είχε μεγαλώσει διαφορετικά. Ηταν μποέμ και του άρεσε να διασκεδάζει. Εγώ δεν μπορούσα να ακολουθήσω. Χωρίσαμε λοιπόν. Εκείνη την περίοδο είχα μια πρόσκληση να βγάλω έναν δίσκο στην Αμερική κι έτσι αποφάσισα να φύγω».

Το 1947 έφυγε από την Ελλάδα και τρία χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον Ελληνοαμερικανό Τζον Αυγερινό. «Οταν τον γνώρισα, δεν είχε ακόμη μεγάλη περιουσία. Δούλευε όμως πολύ και τα κατάφερε καλά. Μέναμε στο Ρίβερντεϊλ, σε μια περιοχή έξω από τη Νέα Υόρκη. Δημιουργήσαμε μια ευτυχισμένη οικογένεια».

Πήγε στο Χόλιγουντ για να δοκιμάσει τις δυνάμεις της, αλλά, όταν πέρασε την οντισιόν, αποφάσισε να μη συνεχίσει!

Αν και η ενασχόλησή της με το τραγούδι στην άλλη όχθη του Ατλαντικού ήταν λιγοστή, ομολογεί ότι, όταν πρωτοπήγε, πέρασε από οντισιόν διεκδικώντας ρόλους στο Χόλιγουντ, καθαρά και μόνο για λόγους περιέργειας. «Πήγα μόνο και μόνο να δω αν μετράω. Αφού τα κατάφερα και πέρασα, τους ευχαρίστησα κι έφυγα. Προτίμησα να αφιερωθώ στα παιδιά μου. Και δεν το έχω μετανιώσει. Πέρασα καλά, ταξίδεψα πολύ. Εζησα όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Το τραγούδι ωστόσο πάντα με συγκινούσε».

Σχεδόν 40 χρόνια έμεινε στην Αμερική. Οι αναμνήσεις πολλές, το ίδιο και οι φωτογραφίες της. Σε μια από αυτές μάλιστα ποζάρει με τον αξεπέραστο Ντιουκ Ελινγκτον. Ο κύκλος της, όπως λέει και η ίδια, ήταν πάντα άνθρωποι με καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. «Μετά τον θάνατο του άνδρα μου, το 1988, επέστρεψα στην Ελλάδα. Ηθελα να γυρίσω γιατί και ο ένας μου γιος είχε εγκατασταθεί εδώ. Σαν την πατρίδα μου δεν βρήκα πουθενά, παρόλο που έχω γυρίσει όλο τον κόσμο. Είμαστε μοναδικός λαός».

Η ζωή της στην Ελλάδα έως σήμερα κυλά ήρεμα. Δεν διστάζει να δηλώσει μάλιστα ότι η περίοδος αυτή είναι η καλύτερη της ζωής της. Διαβάζει, λύνει σταυρόλεξα και απολαμβάνει τους μοναδικούς πίνακές της, έργα των Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα, Κωνσταντίνου Παρθένη και του αγαπημένου της Γιώργου Γουναρόπουλου.
 Δεν επιδίωξε ποτέ τις λαμπερές εμφανίσεις στις πίστες. Ακόμη και η επικείμενη συναυλία στο θέατρο Badminton, όπως σπεύδει να ξεκαθαρίσει, δεν αποφασίστηκε ως μία απέλπιδα προσπάθεια ενός comeback κάποιου αλλοτινού μουσικού θρύλου. «Η πρόταση έγινε από τον Μιχάλη Κουμπιό. Το καλοκαίρι που μας πέρασε σε ένα αφιέρωμα για τον Αττίκ στο Badminton η φίλη μου πια η Καλλιόπη Βέττα, που θα ερμήνευε κομμάτια του τροβαδούρου, μου τηλεφώνησε ζητώντας τη βοήθειά μου. Με κάλεσε στη σκηνή μαζί της και μετά από την εμφάνιση αυτή ο Μιχάλης αποφάσισε να διοργανώσει προς τιμήν μου μια συναυλία. Του είμαι ευγνώμων. Μου δίνει την ευκαιρία να πω τραγούδια που ακόμη ο κόσμος αγαπά. Ξέρετε πολύ καλά πόσων χρονών είμαι… Δεν θέλω καριέρες λοιπόν».

Μαζί της επί σκηνής θα βρίσκονται, εκτός από την πολύ καλή της φίλη Καλλιόπη Βέττα, με την οποία γνωρίστηκαν όταν η ίδια η Γκρέκα, παλαιότερα, δίχως να έχουν μιλήσει ξανά, την πήρε τηλέφωνο για να της εκφράσει τον θαυμασμό της, ο Μπάμπης Βελισσάριος, η Ελένη Βουδουράκη και ο Αγγελος Παπαδημητρίου. Τα κομμάτια θα αποδώσει η Ορχήστρα Ποικίλης Μουσικής της Ενωσης Επτανησίων Ελλάδας, με μαέστρο τον Παναγή Μπαρμπάτη.

«Πιστεύω ότι θα έρθουν πολλοί να μας ακούσουν. Ανθρωποι που νοσταλγούν πραγματικά την εποχή εκείνη, αλλά και ακροατές οι οποίοι θα περάσουν το κατώφλι του Badminton από περιέργεια για να δουν πώς είναι η Στέλλα Γκρέκα στα 91 της χρόνια. Ερχονται μερικές ηλικιωμένες κυρίες και μου λένε πως τα κομμάτια μου τα άκουγαν οι μανάδες τους ή ακόμη και οι γιαγιάδες τους. Πώς είναι δυνατόν, αφού είμαστε σχεδόν συνομήλικες;»

Info: Η συναυλία αφιέρωμα στη Στέλλα Γκρέκα «Μια φωνή μύθος» θα λάβει χώρα στο θέατρο Badminton (Αλσος Στρατού, Γουδή) τη Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου.

Το τραγούδι «μπλε βλεφαρίδες»

Πολύς λόγος είχε γίνει για το αγαπημένο κομμάτι «Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες» του Μίμη Κατριβάνου και στίχους του Κώστα Κιούση, το οποίο είχε αρνηθεί να ερμηνεύσει διότι δεν της άρεσαν οι στίχοι. «Εκείνη την εποχή καμία γυναίκα δεν έβαφε τα μάτια της μπλε. Γι’ αυτό μου φάνηκε παράξενο. Αποφάσισα να μην το ερμηνεύσω. Βέβαια μερικές δεκαετίες αργότερα το είπα με τον Γιάννη Σπάρτακο στο πιάνο». Μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια, το τραγούδι είχε γραφτεί για τα… μάτια της Αννας Καλουτά, η οποία πρότεινε στη δισκογραφική εταιρία να το δώσουν στην Γκρέκα. «Συνέχεια με μάλωνε η Αννα. Μου έλεγε πώς είναι δυνατόν να μη θέλω να κάνω καριέρα στο θέατρο… Με αγαπούσε πολύ».

Γιώτα Βαζούρα

{{-PCOUNT-}}21{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ