Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

Η μείωση των μισθών δεν βοήθησε τη βιομηχανία

Παρά τη συμπίεση του εργατικού κόστους οι επιχειρήσεις κλείνουν ή εγκαταλείπουντην Ελλάδα προκειμένου να επιβιώσουν

Από τον
Φώτη Κόλλια

Τελευταία, για τους γνωστούς λόγους, έχει προκύψει ενδιαφέρον από μερικές ελληνικές επιχειρήσεις για εγκατάσταση εδώ και δημιουργία παραγωγικών μονάδων. Κατά το μέτρο που αυτή η επέκταση δραστηριοτήτων θα μπορούσε να βοηθήσει οικονομικά τη μητρική εταιρία στην Ελλάδα ώστε να επιβιώσει και να αναπτυχθεί καθίσταται, από υπηρεσιακής σκοπιάς, ηθικά και πρακτικά αποδεκτή.

Σε διαφορετική περίπτωση εκφράζουμε κάποιες επιφυλάξεις για το κατά πόσο θα έχρηζε στήριξης ανάλογη τάση ένεκα των συνεπειών που θα είχε περαιτέρω για το επίπεδο απασχόλησης στην Ελλάδα»: Αυτά αναφέρονται στην ετήσια έκθεση του Γραφείου Εμπορικών και Οικονομικών Υποθέσεων Πρεσβείας Καΐρου που έλαβε η κυβέρνηση πριν από λίγες ημέρες. Ερχονται να συμπληρώσουν όσα συνέβησαν τις τελευταίες ημέρες με το κλείσιμο του μεγαλύτερου εργοστασίου παγωτού στην Ελλάδα που λειτουργούσε ο όμιλος Froneri (ελέγχεται από τη Nestle) στον Ταύρο και την απόφαση της πολυεθνικής Unilever να αποχωρήσει από τον τομέα του ελαιολάδου (ευτυχώς με διάσωση του εργοστασίου στου Ρέντη).

Επιβεβαιώνουν, επίσης, όσους επισημαίνουν εδώ και καιρό πως τα θετικά στοιχεία από την άνοδο του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής τον τελευταίο ενάμιση χρόνο καλύπτουν τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν βιομηχανικές επιχειρήσεις που απευθύνονται στον Ελληνα καταναλωτή, ο οποίος περιορίζει τις δαπάνες του. Γι’ αυτό και οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις, όπως συνέβη με το εργοστάσιο παγωτού της Froneri (η κατανάλωση παγωτού στην Ελλάδα έχει υποστεί καθίζηση), αντιμετωπίζουν δυσκολίες και τα λουκέτα αυξάνονται. Την ίδια στιγμή, όπως δείχνουν και τα στοιχεία των εξαγωγών, αναπτύσσονται μόνον όσοι απευθύνονται στις διεθνείς αγορές.

Η μεγάλη συμπίεση του μισθολογικού κόστους δεν είναι αρκετή για να στηρίξει την ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας, καθώς την ίδια περίοδο αυξήθηκε το ενεργειακό κόστος, εκτοξεύθηκε η φορολογία, ενώ εξαϋλώθηκε η ρευστότητα εξαιτίας των γνωστών προβλημάτων του τραπεζικού συστήματος, όπως επισημαίνουν στελέχη βιομηχανικών ομίλων. Παρά τη σχεδόν δεκαετή κρίση, τις εξαγγελίες σχεδίων ενίσχυσης των εξαγωγών, υποκατάστασης των εισαγωγών και άλλα βαρύγδουπα, η εγχώρια παραγωγή (εάν αφαιρεθούν οι εξαγωγές) καλύπτει μόλις το 26% της εσωτερικής κατανάλωσης, ενώ το υπόλοιπο 74% ικανοποιείται από εισαγωγές.

Στις επιπτώσεις της πολυετούς κρίσης (μείωση κατανάλωσης κ.λπ.) έρχονται να προστεθούν οι συνέπειες από την αδυναμία πρόσβασης σε χρηματοδότηση πολλών μικρών και μεσαίων παραγωγικών μονάδων. Ετσι, ακόμα και εργοστάσια που θα μπορούσαν με κάποια επένδυση να ενισχύσουν τον εξωστρεφή χαρακτήρα τους δυσκολεύονται να βρουν κεφάλαια. Τα στοιχεία του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) είναι αποκαλυπτικά: Μέσα στην κρίση οι μόνες υπηρεσίες που γνωρίζουν μεγάλη επενδυτική άνθηση είναι οι «επισκευές συσκευών ατομικής ή οικιακής χρήσης», οι «δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπηρεσιών» (στεγνοκαθαριστήρια, κομμωτήρια, γυμναστήρια, οίκοι αισθητικής κ.ά.) και οι «δραστηριότητες οργανώσεων» (επιχειρηματικές, επαγγελματικές κ.ο.κ.).

Πρόκειται στην ουσία για δραστηριότητες που συνδέονται με τις επιπτώσεις της κρίσης και της ύφεσης σε διάφορες μορφές (επιχειρηματικότητα ανάγκης, επισκευές αντί αγορές, συντήρηση υποδομών, προσωπική βελτίωση κ.λπ.). Το γεγονός, όμως, ότι οι επενδύσεις σε αυτούς τους κλάδους (1,3 δισ. ευρώ) είναι σχεδόν οι ίδιες με τις επενδύσεις στη μεταποίηση, χωρίς πετρελαιοειδή (1,2 δισ. ευρώ), καταδεικνύει και το στρεβλό αναπτυξιακό υπόδειγμα, επισημαίνουν στον ΣΕΒ.

Καθίζηση για τον κλάδο της μεταποίησης κατά τη διάρκεια της κρίσης

Στην αγορά επισημαίνουν επίσης την τεράστια πτώση των τελευταίων ετών. Μια πρόσφατη μελέτη του Κέντρου Ερευνών και Μελετών του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών αναφέρει πως τα τελευταία 20 χρόνια ο κλάδος της ελληνικής μεταποίησης σημειώνει στασιμότητα και στη συνέχεια ραγδαία μείωση. Από το 2008, όταν σημειώθηκε η πρώτη ύφεση της οικονομίας, έως και το 2013 ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής της βιομηχανικής παραγωγής ήταν -6,3%. Ετσι, σωρευτικά κατά την περίοδο 2008-2013 η βιομηχανική παραγωγή συρρικνώθηκε κατά 30,3% και μόνο κατά το 2014 και το 2015 αυξήθηκε κατά 1,8% και 1,9% αντίστοιχα. Συνολικά την περίοδο 1995-2015 η βιομηχανική παραγωγή υποχώρησε κατά 19,5%.

Οι επενδύσεις της βιομηχανίας το 2013 είχαν υποχωρήσει στα επίπεδα του 2015, ενώ οι μεταποιητικές επιχειρήσεις από 5.814 το 1995 περιορίστηκαν σε 2.845 το 2013 και χάθηκαν 82.090 θέσεις εργασίας (1995: 250.437 απασχολούμενοι, 2013: 168.347 απασχολούμενοι). Η κρίση έφερε και μείωση της συμμετοχής της μεταποίησης στο ΑΕΠ. Κατά την περίοδο 1995-2001 το ποσοστό του ΑΕΠ που προερχόταν από τον μεταποιητικό τομέα ήταν πάνω από 7%. Από το 2002 το ποσοστό συμμετοχής συνεχώς μειώνεται και διαμορφώθηκε σε 4,9% και 5,4% το 2012 και το 2013 αντίστοιχα.

Σε αυτό το δυσάρεστο κλίμα η Ελληνική Παραγωγή – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη, ο νέος φορέας που ιδρύθηκε πρόσφατα για την προβολή της σημασίας του ρόλου της μεταποιητικής βιομηχανίας στην Ελλάδα, επισημαίνει σε πρόσφατη ανακοίνωσή της τις τελευταίες αποφάσεις της Κομισιόν για τη βιομηχανία. Υπενθυμίζει, επίσης, την πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, που επισημαίνει ότι το 30% του ΑΕΠ και της απασχόλησης στην Ελλάδα οφείλεται ή συνδέεται με τη μεταποίηση.

{{-PCOUNT-}}14{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ