Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

Μαρία Κάλλας: Η φωνή του αιώνα!

Κάθε παράσταση ήταν διαφορετική επειδή απέφευγε να τυποποιεί τους ρόλους που αναλάμβανεΤο να τραγουδάς είναι μια πράξη ταπεινοφροσύνης και όχι έπαρσης. Είναι σχεδόν μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να σηκώνεις μεμιάς τον εαυτό σου και να τον αφήνεις ελεύθερο να κυνηγήσει οπουδήποτε την αρμονία» είχε πει η Μαρία Κάλλας, η γυναίκα που μοίρασε τη ζωή της ανάμεσα στην όπερα και στον έρωτα, στην τέχνη και τη δόξα, και άφησε μια «μελωδία που καθημερινά αργοσβήνει στη χαμένη ελπίδα».

«Το μεγαλύτερο λάθος μου ήταν η προσπάθειά μου να κάνω τη φωνή μου περισσότερο εγκεφαλική. Αυτό μ’ έστειλε πολλά χρόνια πίσω. Ο καθένας ασφαλώς θα σκεφτόταν ότι ξόφλησα. Προσπάθησα να ελέγξω ένα ζωώδες ένστικτο, αντί να το αφήσω όπως ακριβώς ήταν, ακριβώς σαν ένα θείο δώρο. Υστερα από αυτό οι δημοσιογράφοι άρχισαν να γράφουν με πρωτοφανή ευκολία πως είχα χάσει τη φωνή μου. Στην αρχή το πίστεψα, μα αυτόματα συνήλθα. Οι χορδές μου βρίσκονταν γερά κολλημένες στη θέση τους. Κι έπειτα έπρεπε να αντιμετωπίσω τους κριτικούς. Είχα μια έντονη ταλάντωση στη φωνή μου. Προσπαθούσα να σπρώχνω ολόκληρη τη στοματική κοιλότητα προς τα έξω, χωρίς κανένα σχεδόν έλεγχο».

Πολλοί από τους θαυμαστές της είχαν εκτιμήσει ακριβώς το αντίθετο. Πίστεψαν πως η Κάλλας έχασε τη φωνή της επειδή είχε κάνει κατάχρηση των φωνητικών χορδών της, ερμηνευτικές υπερβάσεις και υπερβολές που δεν ήταν σύμφωνες με ένα σοβαρό πρόγραμμα στην καλλιτεχνική ζωή της. Προβλήματα ωστόσο είχε δημιουργήσει η μετάπτωσή της από το ελαφρό λυρικό ρεπερτόριο στο αρκετά κοπιαστικό δραματικό, που απαιτεί πολλές δυνάμεις.

Ο σεβασμός της για τον συνθέτη ήταν απόλυτα ειλικρινής. «Ποτέ δεν διαβάζω επιπόλαια τον ρόλο μου» έλεγε. Οταν νομίζω πως πρέπει να γίνουν μερικές αλλαγές σε έναν ρόλο, τις κάνω, ακόμη και αν σημαίνει αυτό να χάσω την καριέρα μου. Βλέπετε, ένας μουσικός είναι ένας μουσικός. Ενας τραγουδιστής δεν διαφέρει από έναν οργανοπαίκτη, εκτός απ’ ό,τι εμείς έχουμε λέξεις. Κανείς δεν συγχωρεί λάθη σε έναν τραγουδιστή, κι όμως εύκολα παραβλέπει τα σφάλματα ενός βιολιστή ή ενός πιανίστα.

Ασήμαντα είναι όλα αυτά που λέγονται και γράφονται για κάθε ευσυνείδητο τραγουδιστή, επειδή δεν μπορεί να αποδώσει μερικά πράγματα σωστά. Οποιος έχει την παραμικρή αντίρρηση ας έρθει κι ας πάρει τη θέση μας».
«Υπάρχουν μέσα μου δύο άνθρωποι» είχε πει σε στιγμή υπερέντασης. «Η Μαρία και η Κάλλας. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι οι δύο αυτοί άνθρωποι συμβαδίζουν, επειδή στη δουλειά μου η Μαρία είναι πάντα παρούσα. Η μόνη τους διαφορά είναι ότι η Κάλλας είναι μια διάσημη γυναίκα».

Οσον καιρό βρισκόταν μαζί με τον Ωνάση η καλλιτέχνιδα παραχωρούσε τη θέση της στη γυναίκα και αρκετά συχνά αυτήν προσπαθούσε να κάνει ευτυχισμένη. Πιθανώς διαισθανόταν πως έπρεπε να ζήσει και τακτικά μετέφερε αυτή τη δύναμη και στη σκηνή, μέσα από τις ηρωίδες που ενσάρκωνε και, ιδιαίτερα από τη «Νόρμα» του Μπελίνι, την ιέρεια που προετοίμαζε τον λαό της για πόλεμο και ταυτόχρονα είχε τις σκέψεις της στον έρωτά της, με την οποία πίστευε ότι είχε ταυτιστεί απόλυτα.

Το 1960 τραγούδησε τη «Νόρμα» στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, με διευθυντή τον Τούλιο Σεραφίν. Στην παράσταση αυτή το κοινό αποθέωσε την prima donna assoluta. Στο ίδιο θέατρο τον επόμενο χρόνο (Αύγουστος 1961) τραγούδησε «Μήδεια», σημειώνοντας ίσως ακόμη μεγαλύτερο θρίαμβο. Ο Αλέξης Μινωτής, ο οποίος είχε σκηνοθετήσει τη «Μήδεια», είχε πει: «Βασικά, οτιδήποτε κάνει η Κάλλας στον ρόλο αυτόν προέρχεται από την ίδια. Πηγάζει κατευθείαν από μέσα της. Επρεπε να διευθύνω και να ελέγξω την παράσταση, αλλά η ίδια η Μαρία είχε γίνει Μήδεια και καθετί ερχόταν σ’ αυτήν εντελώς απλά και φυσικά». Ο Βισκόντι, επίσης, έλεγε: «Θα μπορούσα να της πω, για παράδειγμα, να τρέξει προς το παράθυρο, να λιποθυμήσει ή να πεθάνει. Σε πολλούς άλλους θα έπρεπε να σπαταλήσω μια ολόκληρη μέρα ώσπου να τους δείξω τι θα ήθελα να κάνουν. Στη Μαρία μόνο που το έλεγα. Μετά σταύρωνα τα χέρια και κοιτούσα».

Κάθε παράσταση ήταν διαφορετική, επειδή απέφευγε να τυποποιεί τους ρόλους που αναλάμβανε. Οι θαυμαστές της είχαν τις ευκαιρίες να απολαμβάνουν τη μοναδική φωνή αλλά και την έξοχη ηθοποιία, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι η Κάλλας θυσίαζε στη θεατρική απόδοση τις φωνητικές αρετές. Συνδύαζε απόλυτα και τα δύο, και προσπαθούσε συνεχώς να δημιουργεί τους πιο πειστικούς χαρακτήρες. «Αν θέλεις να υπηρετείς τη μουσική, πρέπει να ζεις γι’ αυτήν νύχτα μέρα». Ο κάθε ρόλος ήταν πάντοτε μια αποκάλυψη και κάθε παράσταση μια μοναδική εμπειρία. Η Μαρία Κάλλας έδωσε στο μελόδραμα μιαν ιδιαίτερη λάμψη και μιαν αίγλη, χάρη στην προσωπικότητά της και τα αδιαμφισβήτητα φωνητικά προτερήματά της.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1977, αμέσως μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία στον Ορθόδοξο Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι, ο Γάλλος δημοσιογράφος Μπενουά Μαρί έγραφε: «Απόψε, Μαρία, όπως κάθε βράδυ, από την Παρασκευή που ξεψύχησες, θα κλειστώ στο σπίτι μου να ακούσω τους δίσκους σου. Ο γιος μου θα πει: “Λοιπόν, πάλι Κάλλας θα ακούσουμε;” Ναι, θα την ακούει συνέχεια, ώσπου να καταλάβει πως η φωνή αυτή ήταν η φωνή του αιώνα».

Νίκος Παπουτσόπουλος

{{-PCOUNT-}}12{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ