Πέμπτη, 15 Απρίλιος 2021

Οι αναμνήσεις της τελευταίας αρχόντισσας του Πειραιά

Από τον
Δημήτρη Καπράνο

Aπό το παράθυρό της, απέραντος ο Σαρωνικός, τελειώνει στα βράχια της Καστέλας…

Για περισσότερα από ενενήντα, σχεδόν εκατό, χρόνια ακούει τα βράδια, τα μεγάλα πια βράδια, το κύμα και τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούν. Πάντα περνούσαν τα νυχτερινά αυτοκίνητα από τον παραλιακό δρόμο…

«Κοιμάμαι αργά. Πάντα κοιμόμουν αργά, μου αρέσει να διαβάζω και να γράφω τις νύχτες»…

Η Νανά (Αθηνά) Χαρβαλιά-Καραγιάννη είναι η ίδια η ιστορία του σύγχρονου Πειραιά. Δημοσιογράφος και εκδότρια, Πειραιώτισσα ως το μεδούλι, ζευγάρι για πενήντα τρία χρόνια με τον αξέχαστο φίλο και συνάδελφο Μιχάλη Καραγιάννη, κάθεται δίπλα μου ξεφυλλίζοντας τις σελίδες με τα ποιήματά της.

Απέναντί μου, σκεπασμένο, το ιταλικό όργανο με το διπλό κλαβιέ, όπου, σε κάποια πάρτι που οργάνωνε το ζευγάρι την Αποκριά, συνόδευα τη Νανά σε τραγούδια κάθε είδους, που τραγουδούσε παίζοντας την κιθάρα της.

Θα πρέπει να ομολογήσω ότι πηγαίνοντας να τη συναντήσω είχα να τη δω περίπου σαράντα χρόνια σκεπτόμουν τι θα της πω έπειτα από τόσον καιρό.

«Πώς είστε, αγαπητή Νανά;»

«Μη μου πεις ότι με γνώρισες!»

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχετε αλλάξει καθόλου!»

Μπορεί να σκεπτόμουν τον διάλογο, αλλά έγινε ακριβώς έτσι, αμέσως έπειτα από το άνοιγμα της πόρτας από την κυρία Σουζάνα, που ζει μαζί της επί 23 χρόνια…

Είδα μια γυναίκα που μπορεί να έχει αγγίξει τα εκατό, αλλά τα μάτια της έχουν τη σπίθα της ζωής, η σκέψη της είναι διαυγέστατη και η φυσική κατάστασή της σχεδόν άριστη!

Σκέφτηκα αμέσως τη μητέρα μου. Θα ήταν ακριβώς στην ίδια ηλικία, αν ζούσε ακόμη. Και θα είχε τα ίδια μάτια, την ίδια φλόγα, τη φλόγα των ανθρώπων εκείνης της εποχής, που μοιάζουν με τις μουσικές για τον κινηματογράφο, τις μουσικές που δεν πεθαίνουν ποτέ, γιατί είναι δεμένες με τη ζωή, με τη δράση, με την κίνηση…

Λες και άκουσε τη σκέψη μου…

«Τι κάνει η μαμά σου;»

Η μητέρα μου, Σοφία Πατσουράκου, δεν ζει από το 2012. Ηταν συνομήλικη και φίλη της Νανάς, καθώς και της οικογενείας Χαρβαλιά, μίας από τις αριστοκρατικές οικογένειες του Πειραιώς.

«Η μαμά δεν είναι πια κοντά μας. Θα έχει βρει τώρα τον παππού και θα μας βλέπουν…»

«Α, ο παππούς, ο Πατσουράκος! Ο πιο αυστηρός γυμνασιάρχης της Ραλλείου! Δεν άφηνε τα κορίτσια να κόψουν τα μαλλιά τους και τα υποχρέωνε να τα έχουν κοτσίδες! Θυμάμαι, η αδελφή μου έκαψε την κοτσίδα της στη φωτιά, ώστε να έχει δικαιολογία για να πάει στο κομμωτήριο!
Βυθίζομαι πλάι της, στην παλιά, φιλόξενη και γεμάτη αναμνήσεις πράσινη δερμάτινη πολυθρόνα.

Απόγονη του Γεωργίου Χαρβαλιά, που ήλθε από το Αϊβαλί κυνηγημένος από τους Τούρκους, λίγο πριν από την Επανάσταση του ‘21, και έμεινε για καιρό στην Τζια, μέχρι που μετοίκησε στον Πειραιά. Και κόρη του Γιωργή Χαρβαλιά, του ευπατρίδη εκδότη της Καστέλας, που απέκτησε το 1904 τον ιστορικό και ισχυρό για την εποχή του (με 15.000 τιράζ!) «Χρονογράφο», την πρώτη καθημερινή πολιτική και οικονομική εφημερίδα του μεγάλου λιμανιού, απέναντι στη «Σφαίρα» και τη «Φωνή του Πειραιώς».

Ηταν η εποχή κατά την οποία οι Πειραιώτες δημοσιογράφοι ήταν και «Ανταποκριταί του αθηναϊκού Τύπου». Ως τέτοια «ανταποκρίτρια» άρχισε να εργάζεται από το 1937 και η ανήσυχη, προοδευτική για την εποχή της Αθηνά Χαρβαλιά…

«Α, η Νανά ήταν αλλιώτικη. Δεν θα την έλεγα αριστερή, αλλά είχε άλλες, προχωρημένες ιδέες για την εποχή μας. Μέχρι κοντό σορτσάκι είχε φορέσει ως αθλήτρια τον καιρό που εμείς φορούσαμε φούστα που σερνόταν στο έδαφος!» μου έχει πει η μητέρα μου… Το πόσο «προχωρημένη» ήταν η Νανά για την εποχή της φάνηκε όταν, το 1957, τη ζήτησε σε γάμο ο δημοσιογράφος Μιχάλης Καραγιάννης, που ήταν ένδεκα χρόνια νεότερός της!

«Δεν ήταν εύκολη η δουλειά στον Πειραιά εκείνα τα χρόνια. Γράφαμε μέχρι και τις αναχωρήσεις – αφίξεις των πλοίων. Θα σ’ τα έχει πει κι ο θείος σου, ο Σπύρος Γεωργόπουλος, που είχε εργασθεί και στον «Χρονογράφο»…»

«Μου τα έχει πει, μου έχει πει πολλά και ο Μιχάλης…»

Ο Μιχάλης Καραγιάννης, φίλος και συνεργάτης, πάντοτε φορώντας το χαρακτηριστικό παπιγιόν, πάντα καλοντυμένος, άψογος, αλλά και απόλυτος στις θέσεις του…

«Θυμάμαι που μου είχε συστήσει τον Κώστα Σημίτη…»

«Μη μου τον θυμίζεις αυτόν!»

«Τον Μιχάλη;»

«Οχι, τον Σημίτη! Δεν θέλω να τον ακούω! Ο Μιχάλης μου του άσκησε κριτική στον «Χρονογράφο» για τη στάση του «ήξεις αφήξεις» που κράτησε έπειτα από τις δηλώσεις του, τις σωστές δηλώσεις του, για την πολιτική του Ανδρέα, τις οποίες πήρε όλες πίσω! «Να φύγετε από τον Πειραιά» του έγραψε ο Μιχάλης. Και ο Σημίτης, για να τον εκδικηθεί, έφερε στη Βουλή νόμο και έκοψε από τις εφημερίδες του Πειραιά τους ισολογισμούς, που ήταν το κυριότερο έσοδό μας! Τέτοιος άνθρωπος ήταν!»

«Μα, ήταν φίλος με τον Μιχάλη, αν θυμάμαι καλά…»

«Τρεις φορές τού κάναμε δεξίωση στο σπίτι μας, με κόσμο πολύ και καλό. Και φέρθηκε έτσι…»

Η Παξινού, ο Ροντήρης, ο Βεάκης αλλά και η σημερινή πλήρης απαξίωση!

Λέμε για τον Πειραιά, που κάθε μέρα τον χάνουμε όλο και πιο πολύ, θυμόμαστε τις ταβέρνες στην κορυφή του Προφήτη Ηλία, όταν ήταν ακόμη χωματόδρομοι και δεν υπήρχε το σημερινό τσιμεντένιο δάσος, για τον Καμαράτο, τον Κωβαίο, τον Φίλιππα…

Μιλάει για τον ανιψιό της, τον Γιώργο, τον οποίο υπεραγαπά, για την πολιτική κατάσταση, που την ανησυχεί, καθώς παρακολουθεί ανελλιπώς τα δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση…

Μιλάμε για τα «Λουτρά Αδαμοπούλου», για την «Τερψιχόρη» του Δώρου Φακιολά και των αδελφών του, για τη βίλα Ρασογιάννη, τη βίλα Ζαχαρίου, τον Μάριο Παπαδόπουλο, που έγινε Πλωρίτης και παντρεύτηκε τη Λαμπέτη και τη Δανδουλάκη, την Κατίνα Παξινού, που ήταν κόρη του Κωνσταντόπουλου και πριν από τον Μινωτή παντρεύτηκε τον βιομήχανο Παξινό, για τον Δημήτρη Ροντήρη, που ταξίδεψε το Πειραϊκό Θέατρο στα πέρατα της γης, για τον σπουδαίο Αιμίλιο Βεάκη, τον δήμαρχό μας τον Σαπουνάκη, που, αν και αριστερός, κυκλοφορούσε με παπιγιόν («σαν τον Μιχάλη μου»), τις κλινικές του Χριστοδουλάκου και του Παπατέστα, το σπίτι της Δέσπως Διαμαντίδου… Εχουμε τόσα που μας δένουν με αυτή την πόλη, που φαίνεται ότι δεν θέλει πια τους Πειραιώτες…

«Ο Παππούς μου ο Ιω. Πατσουράκος έχει γράψει για τον αρχαίο Πειραιά, αναφέροντας μέχρι και τα ονόματα των τριηράρχων! Ο προπάππος μου Στ. Καπράνος, που είχε τον πρώτο ατμόμυλο στον Πειραιά, ήταν ιδρυτικό μέλος του Ομίλου Ερετών, του αρχαιότερου σωματείου της πόλεως» της λέω και την ερεθίζω…

«Τι να τα κάνεις αυτά; Οι Πειραιώτες νόμιζαν ότι η καταξίωσή τους ήταν να φύγουν από τον Πειραιά. Κάποιοι, που έφυγαν με τον μεγάλο βομβαρδισμό, δεν ξαναγύρισαν. Κι εμείς φύγαμε, στο σπίτι μας, στο Πόρτο Ράφτη, αλλά επιστρέψαμε» λέει και γράφει την αφιέρωση στα βιβλία της…

«Θα ξανάρθω, να πιούμε καφέ, μόλις καλοκαιριάσει, στο μπαλκόνι!» της λέω φεύγοντας, χαιρετώντας την τελευταία αρχόντισσα, στο σπίτι της παραλίας, με τους φαρδείς, πέτρινους τοίχους, χτισμένο στον βράχο, που δεν τον κουνάει ούτε ο Ποσειδώνας τα χειμωνιάτικα βράδια που θυμάται τη δύναμή του…

Είναι μεσημέρι, αλλά η Σουζάνα ετοιμάζεται να κλειδώσει την πόρτα… «Την άλλη φορά λείπαμε και μπήκαν κλέφτες! Χθες τηλεφώνησε κάποιος και μας είπε ότι χτύπησε σε δυστύχημα ο γιος της κυρίας και ζητούσε λεφτά. Αλλά η κυρία δεν έχει παιδιά!»

Η σύλληψη από τους Ιταλούς

Μιλάμε συνέχεια, ίσως εγώ μιλώ περισσότερο και της θυμίζω πράγματα που γνωρίζω γι’ αυτήν…

Τη συνέλαβαν οι Ιταλοί για απείθαρχη συμπεριφορά, μαζί με την αδελφή της, και φυλάκισαν και τις δυο σε διαφορετικά κελιά…

«Μας απελευθέρωσαν όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε. «Φύγετε, εμάς πλέον μας κυνηγούν οι Γερμανοί» μας είπε ο κολονέλος φρούραρχος, αλλά ζητήσαμε να μας δώσει επίσημο χαρτί! Μας το έδωσε και το έχω ακόμη!»

Την κυνήγησε η επταετία για ένα δημοσίευμα συντάκτη του «Χρονογράφου»…

«Με έσωσε ο τότε πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ Παναγιώτης Τρουμπούνης, που με έστελνε από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, ώστε να μη με συλλάβουν και με φυλακίσουν! Τελικά αθωώθηκα στο δικαστήριο, με μάρτυρα τον Τρουμπούνη!»

Ποιήματα από το 1932!

Μου διαβάζει κάποια από τα ποιήματά της.

«Οταν έφυγε για πάντα ο Μιχάλης μου, το 2010, ανακάλυψα στο γραφείο του έναν ποταμό ποιημάτων! Εγραφε ποίηση για να νιώθει ελεύθερος, όπως είχε σημειώσει. Τότε άρχισα να ξαναγράφω ποιήματα κι εγώ. Ηταν σαν να ξανάρχιζε η ζωή μου μέσα από τα χειρόγραφα του Μιχάλη μου! Κάποιοι φίλοι με βοήθησαν να τα εκδώσω, με τίτλο “Οι δυο μας”…»

Η Νανά έχει εκδώσει (εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος) ακόμη μία ποιητική συλλογή, με τίτλο «Αρμονία», με ποιήματα από το 1932 (!) ως το 2009…

«Γράφω ακόμη, αλλά δεν είναι εύκολο σήμερα να βρεις εκδότη για την ποίηση…»

Δεν θέλω να την απογοητεύσω, να της πω ποιοι -μάλλον ποιες- έχουν σήμερα πασπαρτού στα εκδοτικά…

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ… *

Ημουν ισχνή και πεινασμένη
Οπως κι άλλοι μισοπεθαμένη
Και βρέθηκα παραπατώντας
Σε μια πλατεία στο λιμάνι
Σακιά τεράστια πλημμυρισμένη
Με λίπος χοιρινό γεμάτα από τη γη μας
Κι άλλα με ζάχαρι κι αλεύρι…

Κρυφά τα χέρια μου βουτάω
Μια χούφτα ζάχαρι να κλέψω
Και παίρνω λίπος για να φάω
Μα ένας από αυτούς με βλέπει
Κι αρχίζει με κλωτσιές να με τραβάει

Κλαίγοντας ρωτάω πού με πάει
Και με νοήματα του λέω για το χτικιό που με τυραννάει
Αρρώστια κακή και μεταδοτική
Κι άξαφνα με αφήνει από φόβο κερωμένος

Γλύτωσα τότε κι άρχισα να τρέχω
Κι έτσι εσώθηκα από το φριχτό τους μένος
Που ήθελαν να ξεριζώσουν την ψυχή μας
Να χάσουμε στο δρόμο τη ζωή μας

Αυτούς τους άπληστους της κακοδαιμονίας
Πώς να τους αντικρύσω πάλι μέσ’ τα μάτια
Να μην τους ξέρω θέλω και να τους θυμάμαι
Που επίστεψαν ότι εμείς σ’ αυτούς χρωστάμε…

* (ανέκδοτο ποίημα της Νανάς Καραγιάννη,
γραμμένο το 2015, με αφορμή πραγματική ανάμνηση
από τα χρόνια της Κατοχής, αλλά και τη
σημερινή δανειακή «ομηρία» της Ελλάδας)

{{-PCOUNT-}}59{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ