Τρίτη, 20 Απρίλιος 2021

Πως ο Υψηλάντης έπιασε στον ύπνο τους Τούρκους

Η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου του 1821. Τα άγνωστα γεγονότα πριν υψωθεί από τον Παλιαών Πατρών Γερμανό το Λάβαρο στη Μονή της Αγίας Λαύρας

{Από το περιοδικό «δ» που κυκλοφορεί με την «κυριακάτικη δημοκρατία»}

25η Μαρτίου 1821. Εν μέσω της συγκέντρωσης των προεστών και των οπλαρχηγών της Πελοποννήσου, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει το λάβαρο της Επανάστασης στη Μονή Αγίας Λαύρας και ορκίζει τους επαναστατημένους Ελληνες. Το γεγονός αυτό, η γνησιότητα του οποίου αμφισβητείται από πολλούς ιστορικούς, θεωρείται ότι σηματοδοτεί την έναρξη του Ξεσηκωμού. Η αλήθεια όμως είναι ότι, ακόμη και αν όντως συνέβη, η Επανάσταση είχε ήδη αρχίσει.

Για να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα που σήμαναν το επαναστατικό ξεκίνημα των Ελλήνων, θα πρέπει να ανατρέξουμε λίγους μήνες πίσω, στη συνάντηση του Α. Υψηλάντη, αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας, με τα υπόλοιπα ηγετικά μέλη της, τον Οκτώβριο του 1820 στο Ισμαήλιο, κοντά στην Οδησσό. Ολοι τότε συμφώνησαν ότι είχε φτάσει η ώρα της Επανάστασης, θέτοντας ως καταληκτική ημερομηνία για την έναρξή της την 25η Μαρτίου του ερχόμενου έτους. Προβληματισμός, όμως, υπήρχε για το μέρος από το οποίο θα έπρεπε να ξεκινήσει. Η μία άποψη υποστήριζε ότι η αρχή θα έπρεπε να γίνει στην Πελοπόννησο.
Απομακρυσμένη από το κέντρο της οθωμανικής εξουσίας και γεωγραφικά απομονωμένη, με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς και με τον τουρκικό στρατό της περιοχής απασχολημένο στον πόλεμο με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, η Πελοπόννησος παρείχε πλεονεκτήματα που μπορούσαν να συντελέσουν στην επιβίωση της σχεδιαζόμενης Επανάστασης στην αρχική φάση της.

Οι ηγεμόνες

Η άλλη άποψη προέκρινε την περιοχή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, η οποία ήταν επίσης απομακρυσμένη από το κέντρο, διοικούνταν από ηγεμόνες ελληνικής καταγωγής που κατείχαν φρουρές αποτελούμενες σε μεγάλο βαθμό από αρματολούς και κατοικούνταν από πληθυσμούς, τους Ρουμάνους και τους γειτονικούς Σέρβους, που ήταν πιθανό να συνδράμουν στην προσπάθεια των Ελλήνων. Ακόμη, με βάση τις συνθήκες που όριζαν το καθεστώς της περιοχής, η αποστολή τουρκικών δυνάμεων θα έπρεπε να προκαλέσει τη στρατιωτική αντίδραση της Ρωσίας. Τελικά, ο Υψηλάντης αποφάσισε υπέρ της Πελοποννήσου.

Για την προετοιμασία του Ξεσηκωμού έφτασαν εκεί ο ένθερμος υποστηρικτής του Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας στα τέλη του 1820 και ο εμπειροπόλεμος καπετάνιος Θ. Κολοκοτρώνης, από τα Επτάνησα, στις αρχές Ιανουαρίου του 1821. Η στάση όμως των τοπικών παραγόντων ήταν επιφυλακτική. Στη σχετική συνάντηση στη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο) στις 26 Ιανουαρίου, παρά τις (ανεδαφικές στην πραγματικότητα) διαβεβαιώσεις του Παπαφλέσσα ότι υπήρχε ήδη επαρκής οικονομική και στρατιωτική προετοιμασία καθώς και εγγυημένη ρωσική βοήθεια, οι συνομιλητές του δεν πείστηκαν από τα λόγια του φλογερού κήρυκα της Επανάστασης. Αντίθετα, αποφάσισαν ότι κάθε κίνηση θα ήταν πρόωρη, αν δεν είχαν ασφαλέστερες πληροφορίες για τη στάση της Ρωσίας και δεν φρόντιζαν για τη διασφάλιση της συμμετοχής των ελληνικών νησιωτικών δυνάμεων της εποχής: της Υδρας, των Σπετσών και των Ψαρών.

Τα γεγονότα όμως αναίρεσαν τους δισταγμούς τους. Κατ’ αρχάς ο Υψηλάντης μετέβαλε την απόφασή του, καθώς υπήρχαν βάσιμες υποψίες ότι τα σχέδια των Φιλικών είχαν προδοθεί στις τουρκικές Αρχές. Θέλοντας, λοιπόν, να επισπεύσει τις εξελίξεις, προετοιμάστηκε άμεσα για να ξεκινήσει την Επανάσταση στις περιοχές του Δούναβη. Ετσι, στις 22 Φεβρουαρίου ο Υψηλάντης διέβη τον Προύθο ποταμό, μαζί με τους αδελφούς του Νικόλαο και Γεώργιο και τον συνταγματάρχη του ρωσικού στρατού Καντακουζηνό, και πέρασε στην οθωμανική επικράτεια, στο Ιάσιο (πόλη της σημερινής Ρουμανίας). Η διάβαση του Προύθου σημαίνει ουσιαστικά και την πρώτη επαναστατική πράξη. Εκεί στις 24 του ίδιου μήνα εξέδωσε και κυκλοφόρησε την προκήρυξη «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», με την οποία καλούσε στα όπλα τους Ελληνες.

Πίσω στην Πελοπόννησο κατά την ίδια περίοδο ο επαναστατικός πυρετός που εξαπλωνόταν στην περιοχή ανησύχησε τους Οθωμανούς. Ετσι, ο καϊμακάμης Σαλίχ αγάς, αντικαταστάτης του Χουρσίτ πασά που είχε εκστρατεύσει κατά του Αλή στα Γιάννενα, αποφάσισε να καλέσει τους Ελληνες προκρίτους και αρχιερείς στην Τριπολιτσά, με σκοπό να τους κρατήσει ως ομήρους, ώστε να προλάβει κάθε απόπειρα για Επανάσταση.

Το τέχνασμα

Διαβλέποντας τον κίνδυνο αλλά κατανοώντας ότι δεν μπορούσαν απλά να αρνηθούν την πρόσκληση, οι κοτζαμπάσηδες κατέφυγαν στο εξής τέχνασμα: «έστησαν» ορισμένες επιστολές, που προέρχονταν τάχα από έναν «ανώνυμο» φίλο τους, Τούρκο της Τρίπολης, και τους προειδοποιούσαν να μην έλθουν στην πόλη, γιατί θα χάσουν το κεφάλι τους. Μόλις, δήθεν, τις έλαβαν, ενώ ήταν καθ’ οδόν προς την Τρίπολη, επέστρεψαν «αγανακτισμένοι» στον τόπο τους.

Η κατάσταση, πλέον, ήταν εντελώς οριακή. Τη στιγμή που οι πρόκριτοι μελετούσαν τις επόμενες κινήσεις τους, το επαναστατικό κλίμα ανάμεσα στους υπόδουλους Ελληνες είχε λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το κλίμα αυτό απεικονίζει παραστατικά ο Χριστόφορος Περραιβός στα Απομνημονεύματά του: «Κάθε επαρχία ή πόλις εκεντούσε την άλλην διά να κάμη την αρχήν, και γίνη το παράδειγμα. Το πράγμα τέλος πάντων κατήντησεν εις τόσον βαθμόν ενθουσιασμού και συγχύσεως, ώστε και μυρίας γλώσσας δημοσθενικάς αν είχε τις να τας μεταχειρισθή διά να καθησυχάση την ορμήν των Ελλήνων ου μόνον εκοπίαζε ματαίως, αλλ’ εκινδύνευεν ακόμη και η ζωή του· επειδή τον ενόμιζαν ως τουρκολάτρην». Δεν έλειπε, λοιπόν, παρά μόνο η σπίθα, που θα τροφοδοτούσε τη φωτιά της Επανάστασης. Και η σπίθα αυτή άναψε με μια σειρά γεγονότων, που πραγματοποιήθηκαν από τις 14 έως τις 25 του Μάρτη, με κέντρο κυρίως την περιοχή των Καλαβρύτων.

Οταν ο Ασ. Ζαίμης φώναξε «-Βάρει!»

Το πρώτο επαναστατικό βόλι στην Πελοπόννησο φαίνεται ότι ρίχτηκε στις 14 Μαρτίου, όταν ο πατριώτης και Φιλικός Νικόλαος Χριστοδούλου ή Σολιώτης, παρακινημένος από τον Παπαφλέσσα, επιτέθηκε και σκότωσε με τους άνδρες του έξω από το χωριό Αγρίδι μια ομάδα Τούρκων φοροεισπρακτόρων και ταχυδρόμων, που μετέφεραν γράμματα του Σαλίχ προς τον Χουρσίτ πασά. Η ενέργειά του αυτή, μάλιστα, τόσο επιδοκιμάστηκε από τον λαό, ώστε αναφέρεται ότι το σώμα του γρήγορα έφτασε να αυξηθεί σε 300 άνδρες. Την επόμενη ημέρα ο Γιάννης Χοντρογιάννης, κλέφτης και πρωτοπαλίκαρο του προκρίτου Ασημάκη Ζαΐμη, τον ενημέρωσε ενώ γευμάτιζε ότι στις 18 του Μάρτη επρόκειτο να ταξιδέψει για την Τριπολιτσά ο Τουρκαλβανός σπαχής Σεϊδής, μεταφέροντας χρήματα του δημοσίου. Ζήτησε δε την άδεια να τον χτυπήσει και να του αποσπάσει τα χρήματα. Τότε λέγεται ότι ο κυρ Ασημάκης, ασπρομάλλης, σεβάσμιος και λακωνικός, με περισσότερα από 70 χρόνια Τουρκοκρατίας στις πλάτες του, σήκωσε το ποτήρι του και αφού ήπιε στην ελευθερία της πατρίδας, έκανε τον σταυρό του και του απάντησε μονολεκτικά: «-Βάρει!». Πράγματι, την ημέρα εκείνη ο Χοντρογιάννης έστησε ενέδρα στη θέση Χελωνοσπηλιά κοντά στο χωριό Λυκούρια Καλαβρύτων, από όπου προγραμμάτιζε να διέλθει ο Σεϊδής με τη συνοδεία του τραπεζίτη Ταμπακόπουλου, ο οποίος μετέφερε στην Τριπολιτσά χρήματα και χρεόγραφα. Αν και διασώθηκαν και οι δύο, ο Χοντρογιάννης κατάφερε να αποσπάσει το φορτίο του Ταμπακόπουλου.

Οι 600 που κατέλαβαν τα Καλάβρυτα

Θορυβημένος από τα γεγονότα, καθώς και από επιθέσεις που σημειώθηκαν ταυτόχρονα κατά των υπηρετών του, ο Αρναούτογλου, διοικητής των Καλαβρύτων, διέταξε έντρομος τους Τούρκους της περιοχής να βρουν καταφύγιο στους τρεις πύργους της πόλης. Οι Ελληνες δεν περίμεναν περισσότερο. Στις 21 του μηνός γύρω στους 600 πολεμιστές, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν και ο Ν. Σολιώτης, ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Ασημάκης Φωτήλας και οι Πετιμεζαίοι, συγκεντρώθηκαν από τη γύρω περιοχή για να πολιορκήσουν τους έγκλειστους Τούρκους. Ο έλεγχος της πόλης πέρασε έτσι στα χέρια των επαναστατών. Η πολιορκία και η μάχη που ακολούθησαν είχαν σύντομα αίσια έκβαση και τα Καλάβρυτα παραδόθηκαν στους Ελληνες. Οι σημαντικές αυτές εξελίξεις στα Καλάβρυτα, όμως, δεν ήταν οι μόνες. Ηδη όλη η Πελοπόννησος είχε πλέον ξεσηκωθεί. Ετσι, στις 23 Μαρτίου οι κινητοποιημένοι Μανιάτες, με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, κατέλαβαν αμαχητί την Καλαμάτα.

ΙΝFO
Η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική επέτειος από τον Οθωνα, το 1838, ως ημέρα η οποία, πιθανόν, συμπύκνωνε τα γεγονότα που προηγήθηκαν και, κυρίως, περιέκλειε έναν ιδιαίτερο συμβολισμό, που συνέδεε την εθνική εξέγερση με την ορθόδοξη πίστη και την ημέρα της έναρξής της με τον εορτασμό του Ευαγγελισμού.

Από τον Γιάννη Μαθιουδάκη.

δρα Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

{{-PCOUNT-}}22{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ