Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2021

Σπάει το απόστημα της Δικαιοσύνης

Παπαγγελόπουλος: H διαπλοκή χρησιμοποιεί εναντίον μου μεθόδους παρακράτους
•Το ραντεβού, η συνομιλία στο κινητό (μια Κυριακή) και τα «Καλά Χριστούγεννα» 
•Οι επισημάνσεις και οι απορίες της «δημοκρατίας» επί του θέματος

Η εισαγγελέας Εφετών Γ. Τσατσάνη καταγγέλει για απειλές τον αν. υπουργό προκειμένου να επιστρέψει δικογραφία στον εισαγγελεά Διαφθοράς
Σκληρή απάντηση: «Η κυρία ζήτησε ραντεβού στα μέσα Νοεμβρίου για δήλωσή μου που έγινε 15 ημέρες μετά» 

(Διαβάστε παρακάτω ολόκληρο το άρθρο)

Η Θέση μας: Γιατί προκαλούν Σκόπια, Αλβανία

Διαβάστε online την «δημοκρατία» εδώ

Διαβάστε επίσης:

►Οι «αδιάφθοροι» στις ΗΠΑ ερευνούν τώρα (!!!) την επενδυτική ομάδα Μεταξά- Παπασταύρου
Ποιοι κρύβονται πίσω από εταιρίες- βιτρίνες που αγοράζουν ακίνητα στο Μανχάταν και το Μαϊάμι
Αγνωστο ακόμα ποιοι άλλοι Ελληνες θα βρεθούν με αδήλωτα κτίρια και μυστικά εμβάσματα

►Σε λάκο με… ύαινες για νέα μέτρα και πρόσφυγες!
Σύνοδος Κορυφής! Μάχη για να μη γίνει η χώρα απέραντο hot spot
Κρίσιμο Eurogroup! Η κυβέρνηση ελπίζει (!!!) στη βοήθεια του Σόιμπλε

►«Το κατάντημα της Ευρώπης»
Πυρ και μανία ο Αρχιεπίσκοπος για τις αρχές που καταπατούνται

«Εφυγε» ο Υδραίος «μάγος» του καμβά
Ο ζωγράφος Παναγιώτης Τέτσης (ο αλχημιστής των χρωμάτων) «έσβησε» στα 91 του.

«Πώς θα καταργηθεί το φακελάκι»! Τι προτείνει ο αντιπρόεδρος του Ιατρ. Συλλόγου

►Καθηγήτρια Αγγλικών αυτοκτόνησε με μαχαίρι μπροστά στην έντρομη μητέρα της

 

«Η διαπλοκή χρησιμοποιεί εναντίον μου μεθόδους παρακράτους» είναι η απάντηση που δίνει, με δήλωσή του στη «δημοκρατία», ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, αρμόδιος για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς Δημήτρης Παπαγγελόπουλος. Σχολιάζοντας την αναφορά της εισαγγελέως Εφετών Γεωργίας Τσατάνη -την οποία δημοσίευσαν οι κυριακάτικες εφημερίδες «Το Βήμα» και «Η Καθημερινή»- ο κ. Παπαγγελόπουλος νωρίτερα είχε τονίσει: «Η διαπλοκή ψυχορραγεί και παραληρεί. Λίγο πριν το τέλος του παιχνιδιού γι’ αυτήν παίζει τα ρέστα της».

Στην επίμαχη αναφορά, η οποία έχει διαβιβαστεί από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στη Βουλή η εισαγγελέας Εφετών Γεωργία Τσατάνη αναφέρεται σε συνάντησή της, η οποία έγινε με δική της πρωτοβουλία (!) στο γραφείο του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης, όπου υποστηρίζει: «Πιεστικά μου εζήτησε να επιστρέψω τη δικογραφία εις την Εισαγγελία Εγκλημάτων Διαφθοράς, από την οποία όμως μου εδήλωσε “παρανόμως ενεργώντας την αφήρεσα, για να ευνοήσω εμπλεκόμενα φυσικά πρόσωπα”». Σύμφωνα με την κυρία Τσατάνη, η συνάντηση πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά τις δηλώσεις του κ. Παπαγγελόπουλου «περί δικαστικών πραξικοπημάτων στη Βουλή». Ωστόσο, ο κ. Παπαγγελόπουλος στη δήλωσή του υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: «Εντυπωσιακά αστείο είναι ότι σαν αιτία της επίσκεψής της επικαλείται δηλώσεις που δεν είχα κάνει ακόμα, αλλά έκανα 15 μέρες μετά τη συνάντησή μας». Ταυτόχρονα, ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης ξεκαθαρίζει στη δήλωσή του: «Η αλήθεια είναι ότι με επισκέφθηκε για τη συμβουλεύσω και να τη βοηθήσω».

Η εισαγγελέας Εφετών, από την πλευρά της, κάνει λόγο για παρεμβάσεις στο έργο της από τον κ. Παπαγγελόπουλο για την υπόθεση Βγενόπουλου και για απειλές που διατυπώθηκαν από τον υπουργό εις βάρος της. Την ίδια στιγμή, αναφέρει ότι πέραν της συνάντησης είχαν και τηλεφωνική επικοινωνία: «Την 22α Νοεμβρίου του 2015, ημέρα Κυριακή, περί ώρα 11.30 πρωινή, καθ’ ον χρόνο εκινούμην με το υπηρεσιακό όχημα, μετά το γραφείο, εδέχθην εις το κινητό μου τηλέφωνο δύο τηλεφωνικές κλήσεις από το κινητό τηλέφωνο του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης κ. Δημ. Παπαγγελόπουλου, κατά τη διάρκεια των οποίων είπε ότι ήθελε να μου μιλήσει».

Για την τηλεφωνική συνομιλία τους υποστηρίζει: «Σε συμβουλευτικό δήθεν ύφος μού συνέστησε να επιστρέψω τη δικογραφία που χειρίζομαι παράνομα στην εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, και άμεσα, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα ξεσπάσει εις βάρος μου άγριος πόλεμος. Χαρακτηριστικά, δε, τόνισε ότι “έχω στα χέρια μου ένα απόστημα που θα σκάσει εις βάρος μου και για να κάνω Χριστούγεννα με την οικογένειά μου”». Μάλιστα, η εισαγγελέας ισχυρίζεται ότι διαθέτει και αποδεικτικά στοιχεία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου εντός της προηγούμενης εβδομάδας διέταξε πειθαρχική έρευνα με αντικείμενο τον τρόπο που έφτασε στα χέρια της εισαγγελέως Εφετών Γεωργίας Τσατάνη η δικογραφία με ελεγχόμενους τον επιχειρηματία Ανδρέα Βγενόπουλο και συνεργάτες του σχετικά με την υπόθεση της Λαϊκής Τράπεζας.

Τι λέει ο Βγενόπουλος

O επιχειρηματίας Ανδρέας Βγενόπουλος, μετά τις καταγγελίες της αρμόδιας εισαγγελέως Εφετών, που είδαν το φως της δημοσιότητας, υποστηρίζει ότι ο «αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Δ. Παπαγγελόπουλος ελέγχεται πλέον για τη διάπραξη πολύ σοβαρών ποινικών αδικημάτων». «Μάλιστα, με την επιστολή που ο ίδιος απέστειλε στον πρόεδρο της Βουλής, προφανώς, χωρίς να συμβουλευτεί έναν καλό ποινικολόγο, ήδη ομολογεί ένα μέρος των εναντίον του κατηγοριών που, σε συνδυασμό με πράξεις που επακολούθησαν, θα αξιολογηθούν κατά τη διάρκεια της ποινικής του διερεύνησης» προσθέτει χαρακτηριστικά. Τέλος, εκφράζει τη θλίψη του για τις απροκάλυπτες επεμβάσεις στη Δικαιοσύνη εις βάρος του.

Οι «στενοί δεσμοί» με τη ΝΔ  της Γεωργίας  Τσατάνη 

Η εισαγγελέας Εφετών Γεωργία Τσατάνη αυτή τη στιγμή είναι η αρχαιότερη στην επετηρίδα στην Εισαγγελία Εφετών της Αθήνας. Η κυρία Τσατάνη, οι χειρισμοί της οποίας σε συγκεκριμένες υποθέσεις έχουν προκαλέσει ερωτηματικά, εισήλθε στο δικαστικό σώμα στις 9 Ιουνίου 1981, ενώ τον βαθμό της εισαγγελέως Εφετών έλαβε στις 2 Ιανουαρίου 2009.
Από τις 20 Σεπτέμβριου του 2015 η «κυριακάτικη δημοκρατία» με δημοσίευμά της είχε αναφερθεί στους στενούς δεσμούς της κυρίας Τσατάνη με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και στο γεγονός ότι ο σύζυγός της και η κόρη της ήταν πολιτευτές του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η «κυριακάτικη δημοκρατία» αποκάλυψε ότι η κόρη της κυρίας Τσατάνη, Ελένη Αντωνίου – Γρηγοράκη, ήταν υποψήφια βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στον νομό Ηρακλείου. Ωστόσο, δεν είναι το μόνο πρόσωπο από το οικογενειακό περιβάλλον της με κομματική ιδιότητα. Κι αυτό διότι στο παρελθόν ο σύζυγός της, Αντώνης Γρηγοράκης, είχε διατελέσει νομάρχης και ήταν υποψήφιος βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας. Επίσης, επί υπουργίας Μ. Κεφαλογιάννη διετέλεσε επικεφαλής του ΝΑΤ (απ’ όπου απεπέμφθη από τον Γ. Βουλγαράκη).

Πρόκειται για την εισαγγελέα που είχε εξαντλήσει την αυστηρότητά της στο πρόσωπο του Γιάννη Αγγέλου, στενού συνεργάτη του Κώστα Καραμανλή, συμφωνώντας στην επιβολή της αυστηρότατης εγγύησης των 400.000 ευρώ για την υπόθεση της Μονής Βατοπαιδίου. Η εγγύηση αυτή είχε επιβληθεί στον κ. Αγγέλου μετά την απολογία του ενώπιον της τότε ειδικής εφέτου ανακρίτριας Ειρήνης Καλού. Το αποτέλεσμα ήταν ο Γιάννης Αγγέλου να απαλλαγεί πανηγυρικά για την υπόθεση με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και ουδέποτε να καθίσει στο εδώλιο.

Μία από τις δικογραφίες με… γαλάζιο χρώμα που χειρίστηκε η κυρία Τσατάνη είναι αυτή που αφορά την προμήθεια του εξοπλιστικού προγράμματος για τον «ηλεκτρονικό πόλεμο». Η εισαγγελέας είχε προτείνει στο Συμβούλιο Εφετών την παραπομπή στο εδώλιο 18 κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και του επιχειρηματία Θωμά Λιακουνάκου, χωρίς ωστόσο να εντοπίσει ευθύνες πολιτικών προσώπων.

Ολόκληρη η επιστολή προς τον πρόεδρο της Βουλής:Εύχομαι να μην χρειαστεί να αποκαλύψω όλη τη συζήτηση

Προς
Τον κ. Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 02/03/2016
Κύριε Πρόεδρε,
Θα ήθελα να σας ενημερώσω προκειμένου στη συνέχεια να ενημερωθούν και οι κ.κ. βουλευτές της Βουλής των Ελλήνων για τα ακόλουθα:
Η Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών κα Γεωργία Τσατάνη υπέβαλε στην κα Εισαγγελέα του Α.Π. τη με αριθμό πρωτ. ΕΠ 43/22-2-2016 αναφορά της, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι με δική της πρωτοβουλία με επισκέφθηκε στο γραφείο μου στα μέσα Νοεμβρίου, για να μου εξηγήσει και να λυθούν οι τυχόν παρανοήσεις μετά τις διαρκείς δημοσιογραφικές επιθέσεις εις βάρος της. Οι επιθέσεις αυτές είχαν κατά την αναφορά της κας Τσατάνη μεταφερθεί στη Βουλή με ερώτηση βουλευτών και με τις δηλώσεις μου ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να ανεχθεί δικαστικά πραξικοπήματα. Στη συνέχεια η Εισαγγελέας Εφετών αναφέρει ότι πιεστικά της ζήτησα να επιστρέφει τη δικογραφία κατά του Ανδρέα Βγενόπουλου που αφαίρεσε από την Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς για να τη συσχετίσει με άλλη δικογραφία που χειριζόταν η ίδια. Επίσης αναφέρει ότι την 22-11-2015, περίπου μία εβδομάδα μετά τη συνάντησή μας, της τηλεφώνησα και «σε συμβουλευτικό, δήθεν, ύφος» της συνέστησα να επιστρέψει την ανωτέρω δικογραφία που χειρίζεται στην Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα ξεσπάσει άγριος πόλεμος κ.λπ. Τέλος, η Εισαγγελέας Εφετών ισχυρίζεται ότι «δεν προέβη εις άμεση υποβολή» της αναφοράς της προκειμένου να μη θεωρηθεί ότι ζητούσε να απεκδυθεί την ευθύνη χειρισμού της υπόθεσης, αλλά την υπέβαλε μόλις αρχειοθέτησε την υπόθεση, χωρίς να ενδώσει σε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση απειλή.

Στα όσα αναφέρει η Εισαγγελέας Εφετών θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Η κα Γεωργία Τσατάνη πράγματι μου τηλεφώνησε και ζήτησε να συναντηθούμε, και μάλιστα μου πρότεινε να την επισκεφθώ στο γραφείο της, απογευματινές ή βραδινές ώρες, ή να συναντηθούμε κάπου αλλού και να μην έρθει αυτή στο γραφείο μου, γιατί δεν ήθελε να γίνει γνωστή η συνάντησή μας. Ευγενικά της απάντησα ότι οι όποιες συναντήσεις μου με δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, ως εκ της θέσεώς μου, αρμοδίως και θεσμικά λαμβάνουν χώρα στο γραφείο μου. Παρ’ ότι επέμεινε στην αρχική πρότασή της, τελικά με επισκέφθηκε στο γραφείο μου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Στην αρχή της συνομιλίας μας μού ανέφερε ότι δεν γνωριζόμαστε, αλλά οι εισαγγελείς που με γνώριζαν την είχαν διαβεβαιώσει για την καλοσύνη μου και τη συναδελφική αλληλεγγύη που είχα επιδείξει στους συναδέλφους Εισαγγελείς πριν συνταξιοδοτηθώ. Γι’ αυτό πήρε την πρωτοβουλία να με συναντήσει, γιατί ήθελε τη βοήθειά μου και τις συμβουλές μου. Μου είπε επίσης ότι με βλέπει ως παλιό συνάδελφο και όχι ως Υπουργό, και μου ζήτησε να την αντιμετωπίσω και εγώ το ίδιο. Την ευχαρίστησα για τα καλά της λόγια, τη διαβεβαίωσα ότι και εγώ τη θεωρώ συνάδελφο και συμφωνήσαμε μάλιστα να ξεχάσουμε την υπουργική μου ιδιότητα και να μιλάμε στον ενικό. Στη συνέχεια σχεδόν κλαίγοντας ζήτησε τη βοήθειά μου γιατί μερίδα του Τύπου της καταλόγιζε ότι αφαίρεσε παράτυπα δικογραφία κατά του Ανδρέα Βγενόπουλου από την Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς λίγο πριν ασκηθεί ποινική δίωξη, δήθεν για να τη συσχετίσει με άλλη δικογραφία, με πραγματικό σκοπό να αποτρέψει την άσκηση ποινικής δίωξης.

Επίσης δημοσιεύματα στον Τύπο της απέδιδαν ότι χειρίσθηκε δικογραφίες που αφορούσαν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και μολονότι ο σύζυγος και η κόρη της ήταν υποψήφιοι βουλευτές της Ν.Δ. δεν δήλωσε αποχή, όπως ορίζεται στα σχετικά άρθρα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Μου ζήτησε να λυπηθώ την κόρη της που αναφερόταν στα δημοσιεύματα του Τύπου και είχε στοχοποιηθεί, επικαλέσθηκε την αγάπη που και εγώ έχω στα παιδιά μου και μάλιστα μου έδειξε φωτογραφία της κόρης της σε δίπτυχη κάρτα που μάλιστα την άφησε και παραμένει στο γραφείο μου. Επιπλέον μου ανέφερε ότι φοβάται μήπως της ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, διότι αυτό θα εμπόδιζε την προαγωγή της, την οποία ανέμενε σε λίγους μήνες.

Της απάντησα ότι αντιλαμβάνομαι τη δύσκολη θέση της, ότι θα τη βοηθήσω όσο μπορώ, πρόθεση που επανειλημμένως έχω εκφράσει δημοσίως για όλους τους εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς, και ότι δεν επιθυμώ η θητεία μου, ως υπουργού, να συνδεθεί με πειθαρχική δίωξη εναντίον πρώην συναδέλφου μου. Της συνέστησα όμως να είναι προσεκτική στο μέλλον, διότι η νομική μου άποψη ήταν ότι και την δικογραφία δεν έπρεπε να ζητήσει από την Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς και έπρεπε να έχει κάνει δηλώσεις αποχής για υποθέσεις που είχαν σχέση με στελέχη της Νέας Δημοκρατίας.

Πράγματι, δε, της επεσήμανα ότι η νομική μου άποψη ήταν να επιστρέψει τη δικογραφία στην Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς ως μόνη αρμόδια σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 4022/2011 και 4139/2013 και τη σχετική εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Συνεπώς η εκφορά της νομικής μου άποψης απευθυνόμενος στην κα Τσατάνη, κατά την επιδιωχθείσα από την ίδια συνάντησή μας, για την αποκλειστική αρμοδιότητα για την έρευνα της υπόθεσης από την Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς και συνεπώς την αναγκαιότητα, σύμφωνα με το νόμο, της επιστροφής της δικογραφίας στην αρμόδια Εισαγγελέα, δεν υποκρύπτει την παραμικρή υπόνοια παρέμβασής μου ή επηρεασμού της δικανικής της άποψης. Επισημαίνω δε ότι απέφυγα οποιαδήποτε συζήτηση για την ουσία της υπόθεσης και δεν διατύπωσα άποψη για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης ή αρχειοθέτηση της δικογραφίας.
Συζήτηση έγινε και για τις δηλώσεις αποχής, που επίσης κατά τη νομική μου άποψη έπρεπε να είχε υποβάλει, αλλά επειδή πρόκειται για ιδιωτική συνομιλία, και μάλιστα μετά από παράκληση της συνομιλήτριάς μου να τη βοηθήσω, οι αρχές μου και ο χαρακτήρας μου δεν μου επιτρέπουν να αποκαλύψω το πλήρες περιεχόμενό της προς το παρόν και θα αναφερθώ στο μέλλον, αν απαιτηθεί. Στο τέλος η κα Τσατάνη μού είπε ότι θα σκεφθεί όσα συζητήσαμε και ζήτησε να ξαναμιλήσουμε και τώρα που γνωρισθήκαμε να κρατήσουμε επαφή.

Πράγματι μετά από λίγες ημέρες της τηλεφώνησα και εκείνη επικαλούμενη ότι ήταν καθ’ οδόν προς την οικία της, όπως αναφέρει και στην αναφορά της, μού τηλεφώνησε η ίδια σε λίγα λεπτά, οπότε και της επανέλαβα τα ίδια που της είχα πει στο γραφείο μου και εκείνη μου είπε και πάλι ότι θα σκεφθεί τι θα πράξει. Πρέπει να επισημανθεί ότι η κα Τσατάνη ισχυρίζεται στην αναφορά της ότι έχει αποδεικτικά στοιχεία για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες μας. Δεν διευκρινίζει όμως εάν έχει κρατήσει τις εκατέρωθεν κλήσεις ή έχει μαγνητοφωνήσει την ιδιωτική μας συνομιλία κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 370Α Π.Κ.
Πάντως η αναγραφή δήθεν φράσεών μου στο κείμενο της αναφοράς της εντός εισαγωγικών και με χρήση αποσιωπητικών, υπό μορφή απομαγνητοφωνημένου κειμένου, και μάλιστα 3 μήνες μετά τη συνομιλία μας, οδηγεί ευθέως στο συμπέρασμα ότι η Εισαγγελίας Εφετών διαθέτει πολύ δυνατή μνήμη.

Στο σημείο αυτό θέλω να διευκρινίσω ότι με μεγάλη λύπη αναφέρομαι σε όσα συζητήσαμε ιδιωτικά με την κα Τσατάνη και εξ αυτού του λόγου περιορίζομαι να απαντήσω αποκλειστικά και μόνο σε όσα αποκάλυψε η ίδια. Επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ουδέποτε αναφέρθηκα στο πρόσωπο της κας Τσατάνη δημοσίως ή ιδιωτικώς, ουδέποτε δήλωσα ή υπονόησα ότι συμμετέχει σε δικαστικά πραξικοπήματα και αγνοώ για ποιο λόγο θεώρησε ότι τα δικαστικά πραξικοπήματα την αφορούν προσωπικά.

Είναι κατ’ αρχάς γνωστό ότι εγώ για πρώτη φορά αναφέρθηκα σε επαπειλούμενα δικαστικά πραξικοπήματα την 27-11-2015, σε ομιλία μου στη Βουλή των Ελλήνων. Είναι επομένως εντελώς ανυπόστατος ο ισχυρισμός της Εισαγγελέως ότι στα μέσα Νοεμβρίου ζήτησε να συναντηθούμε για να της εξηγήσω και να λυθούν οι τυχόν παρεξηγήσεις για δηλώσεις που δεν είχα ακόμη κάνει και όταν τις έκανα, όπως προαναφέρω, δεν αφορούσαν την κα Τσατάνη.
Μετά τη συνάντησή μου με την Εισαγγελέα Εφετών μεσολάβησε η αρχειοθέτηση της υπόθεσης Βγενόπουλου και η συνέντευξή του, όπου εκφράσθηκε με επαινετικούς χαρακτηρισμούς για την κα Τσατάνη. Είναι σαφές ότι η Εισαγγελέας Εφετών παραδέχεται μεν ότι η ίδια αιτήθηκε τη συνάντησή μας, αλλά αισθάνεται αμήχανα ως προς τα προφανή κίνητρά της, δηλαδή, μεταξύ άλλων, την αποφυγή πειθαρχικού ελέγχου για τις υπηρεσιακές της ενέργειες. Η αμηχανία αυτή την αναγκάζει να επινοεί αιτιολόγηση της πρωτοβουλίας της για τη συνάντησή μας που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και καταρρίπτεται από την κοινή λογική. Δεν θέλω να πιστέψω ότι υπάρχουν άλλα κίνητρα.

Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι για την αφαίρεση της δικογραφίας από την Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς λίγο πριν την άσκηση της δίωξης είχαν υπάρξει δημοσιεύματα, προγενέστερα της συνάντησής μας, και επομένως δεν είχα ενημερωθεί από την κα Ράικου, όπως υπονοεί η κα Τσατάνη, ούτε είχε παραβιασθεί το απόρρητο και η μυστικότητα της προκαταρκτικής εξέτασης. Η Εισαγγελέας Εφετών ουδέποτε με κατηγόρησε για «απόπειρα παραβίασης του απορρήτου» κατά τη συνάντησή μας, ενόσω δηλαδή καταπτοημένη και μεταξύ συναισθηματικών εξάρσεων ζητούσε τη βοήθειά μου, η δε σχετική περικοπή της αναφοράς της δεν είναι αληθής.

Αποδεικνύει δε πλήρως την έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά μου και τη μη περαιτέρω ενασχόλησή μου με την υπόθεση το γεγονός ότι η ίδια αιτήθηκε τη συνάντησή μας, η ίδια αναφέρθηκε στην υπόθεση και μου ζήτησε τις συμβουλές μου, ενώ εγώ κατά τα λεγόμενα της ίδιας της κας Τσατάνη δεν ζήτησα καμιά πληροφορία για την ουσία της υπόθεσης και δεν υπέδειξα την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι δεν κινήθηκε εις βάρος της κας Τσατάνη καμιά πειθαρχική διαδικασία παρά εκφρασμένους από την ίδια κατά τη συνάντησή μας φόβους και δεν επεδίωξα μέχρι σήμερα καμιά περαιτέρω επικοινωνία μαζί της. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι η κα Τσατάνη στην αναφορά της ισχυρίζεται ότι καθυστέρησε την υποβολή της για να μη θεωρηθεί ότι ζητούσε να απεκδυθεί την ευθύνη χειρισμού της δικογραφίας. Είναι επομένως προφανής τόσο η επιμέλεια όσο και το ενδιαφέρον της να ολοκληρώσει η ίδια την προκαταρκτική έρευνα.

Είμαι βαθύτατα απογοητευμένος από τη συμπεριφορά της κας Τσατάνη και λυπάμαι ειλικρινά γιατί με ανάγκασε κατά παράβαση των αρχών μου να αποκαλύψω λίγες πτυχές από την ιδιωτική συζήτηση που είχα μαζί της, μετά από δικό της αίτημα, προκειμένου να τη βοηθήσω και να τη συμβουλεύσω. Εύχομαι ολόψυχα να μην αναγκασθώ να αποκαλύψω όλη τη συζήτησή μας.
Τέλος πρέπει να επισημάνω και ορισμένες αξιοπερίεργες συμπτώσεις στην υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα στην από 24-2-2016 επιστολή του προς εμένα ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας μεταξύ άλλων αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Σύμφωνα με την προαναφερθείσα χθεσινή ανακοίνωση του κ. Βγενόπουλου, την Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016, η κα Τσατάνη περάτωσε την Προκαταρκτική Εξέταση, την οποία διεξήγαγε και με σχετική Διάταξη της υπό στοιχεία 1/22-2-2016, αποφάνθηκε ότι δεν προέκυψαν οποιεσδήποτε ενδείξεις περί διάπραξης αδικημάτων και ότι η όλη υπόθεση τέθηκε στο αρχείο. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι “εκ συμπτώσεως”, κατά την ίδια ημερομηνία ο κ. Βγενόπουλος, ως είχε προκαθοριστεί, εμφανίστηκε ενώπιον της 10ης Ανακριτρίας κας Μ. Ευαγγέλου για ανάκριση, αρνούμενος και πάλι να ανακριθεί. Επικαλέστηκε δε, όπως πληροφορούμαι από τις Κυπριακές ανακριτικές Αρχές, τη Διάταξη της κας Τσατάνη, η οποία φαίνεται να μην είχε μέχρι εκείνη την ώρα εκδοθεί.
Απ’ ό,τι πληροφορούμαι επιστολή με το ίδιο περιεχόμενο έχει σταλεί από το Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην κα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου.
Την ημέρα που έδωσε συνέντευξη ο Ανδρέας Βγενόπουλος εξυμνώντας την κα Τσατάνη και κατηγορώντας εμένα με ανακριβή στοιχεία και αβάσιμους συνειρμούς και εικασίες, διαβιβάσθηκε συμπτωματικά στον Υπουργό Δικαιοσύνης η αναφορά της κας Τσατάνη από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Με την παρούσα επιστολή μου αναφέρομαι μόνο στα πραγματικά γεγονότα και δεν ασχολούμαι καθόλου με το νομικό μέρος της αναφοράς σε βάρος μου. Οσο είναι ηθικά ανεπίτρεπτη η αποκάλυψη και η προσπάθεια ποινικοποίησης μιας ιδιωτικής συνομιλίας που έγινε με πρωτοβουλία της κας Τσατάνη, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια και συμβουλές, άλλο τόσο είναι και νομικά αβάσιμη, εφ’ όσον δεν προκύπτει η ελαχίστη αναφορά για δήθεν παρέμβασή μου ως προς την ουσία της υπόθεσης και την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης ή την αρχειοθέτηση της δικογραφίας. Δυστυχώς η πείρα μου και οι νομικές μου γνώσεις μού επιτρέπουν να έχω σχηματίσει ασφαλή εκτίμηση και κρίση για τα κίνητρα και τους σκοπούς της κας Τσατάνη.
Είμαι βέβαιος ότι κάθε νοήμων άνθρωπος μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Με τιμή,
Δημήτρης Παπαγγελόπουλος
Αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»

Επισημάνσεις και σοβαρές απορίες της «δημοκρατίας» επί του θέματος

  • Είναι απαράδεκτη η δημοσιοποίηση από την κυρία Τσατάνη μιας ιδιωτικής συνομιλίας (με υπουργό), που διεξήχθη σε συνάντηση που ζητήθηκε επιμόνως από αυτήν.
  • Αν (η κυρία Τσατάνη) έχει ηχογραφήσει τη συνάντηση, όπως μάλλον υπονοεί, προκύπτει μείζον θέμα και παράπτωμα που παραπέμπει πλέον σε δόλιες πράξεις.
  • Υπονοεί (η κυρία Τσατάνη) ότι ο κ. Παπαγγελόπουλος γνώριζε με κάποιον τρόπο ότι η εισαγγελέας Διαφθοράς κυρία Ράικου θα ασκούσε δίωξη. Μα είχε ήδη γραφτεί στον Τύπο (και στη «δημοκρατία») από τον Σεπτέμβριο, δηλαδή πολύ καιρό πριν από τη συνάντηση Παπαγγελόπουλου – Τσατάνη.
  • Τη συνάντηση τη ζήτησε η ίδια, επιμένοντας να γίνει μη εργάσιμες ώρες στο γραφείο της (!) ή έστω σε κάποιο καφέ (!).
  • Αν είχε απειληθεί η κυρία Τσατάνη, θα είχε αφήσει κάρτα με φωτογραφία της κόρης της στο γραφείο του υπουργού; Η αλήθεια είναι ότι στο ραντεβού έκλαιγε και έλεγε ότι πιεζόταν πολύ για την υπόθεση (από ποιους, άραγε;). Παρακάλεσε, μάλιστα, τον κ. Παπαγγελόπουλο να τη βοηθήσει. Εκείνος τη συμβούλευσε να επιστρέψει την υπόθεση από εκεί που την πήρε, δηλαδή στην Εισαγγελία Διαφθοράς.
  • Στην ερώτησή της πού θα πήγαινε ο κ. Παπαγγελόπουλος τις ημέρες των εορτών, εκείνος της απάντησε ότι θα έμενε στην Αθήνα και της ευχήθηκε να έχει τελειώσει με την υπόθεση, ώστε να κάνει καλά Χριστούγεννα! Μάλλον αυτό δεν εκλαμβάνεται ως απειλή.
  • Την επίμαχη υπόθεση την πήρε με το πρόσχημα ότι συνδέεται με άλλη υπόθεση που χειριζόταν η ίδια. Ηταν παράτυπο; Λέγεται ότι είχαν ολοκληρωθεί οι καταθέσεις και άρα δικονομικά δεν μπορούσε;
  • Αναφέρθηκαν ως ένας εκ των λόγων της συνάντησης οι δηλώσεις του κ. Παπαγγελόπουλου περί «δικαστικών πραξικοπημάτων», που όμως ο υπουργός έκανε 15 μέρες μετά τη συνάντηση.
  • Την ημέρα που η κυρία Τσατάνη έβαλε στο αρχείο την υπόθεση, στις 22 Φεβρουαρίου, ο κ. Βγενόπουλος ζητούσε αναβολή σε ανάκρισή του, επικαλούμενος, σύμφωνα με την επιστολή των κυπριακών Αρχών, «ότι η υπόθεσή του θα τεθεί στο αρχείο…». Πώς το γνώριζε;
  • Αληθεύει ότι την περισσότερη ώρα (της συνάντησης) αναφέρθηκε, ουσιαστικά απολογούμενη, στην υπόθεση Αγγέλου;
  • Τι ειπώθηκε για την υπόθεση Αγγέλου; Υπάρχουν σημεία που εξομολογήθηκε η κυρία Τσατάνη, τα γνωρίζει πλέον ο υπουργός, αλλά τα αγνοεί ακόμα το ευρύ κοινό;
  • Αληθεύει ότι πρόσφατα δεν ζήτησε πάλι να εξαιρεθεί από υπόθεση εξοπλιστικών που αναφέρεται στην περίοδο διακυβέρνησης της Ν.Δ., της οποίας στέλεχος ήταν ο σύζυγός της και υποψήφια βουλευτής η κόρη της; Να υπενθυμίσουμε ότι και στην υπόθεση Αγγέλου θα όφειλε να έχει ζητήσει την εξαίρεσή της. Ομως δεν το έκανε.
  • Και βέβαια δύο βασικά ερωτήματα:

1. Γιατί είχε τέτοια εμμονή να αναλάβει και να χειριστεί μια τόσο δύσκολη υπόθεση;
2. Πώς και από ποιον (ή ποιους) διέρρευσε επιλεκτικά («Βήμα» και «Καθημερινή») η ανάλογη καταγγελία;

Θρασύτατη επίθεση από τον Βενιζέλο

Εργολαβία έχει πάρει τις επιθέσεις κατά της Δικαιοσύνης και του αναπληρωτή υπουργού Δημήτρη Παπαγγελόπουλου ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Μετά την υπόθεση Τσακυράκη, όπου ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ άσκησε δριμεία κριτική στην πρόεδρο του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου, τώρα έσπευσε να προλάβει το κόμμα του και με μια θρασύτατη δήλωση επιτέθηκε στον κ. Παπαγγελόπουλο με αφορμή τις καταγγελίες της εισαγγελέως Εφετών Γεωργίας Τσατάνη για διαρκείς παρεμβάσεις στην άσκηση των καθηκόντων της.

«Ο κ. Παπαγγελόπουλος στην πράξη συνομολογεί ότι παρακολουθεί ποινικές προδικασίες που είναι, κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μυστικές» σημείωσε ο Ευάγγελος Βενιζέλος και πρόσθεσε, μεταξύ άλλων: «Ολα αυτά συνθέτουν μια εικόνα ανεπίτρεπτων παρεμβάσεων και επίδειξης “πανοπτικού” ελέγχου στη Δικαιοσύνη». Μια δήλωση του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα, όταν μάλιστα η Χαριλάου Τρικούπη κρατούσε επιφυλάξεις, ξεκινώντας την ανακοίνωσή της ως εξής: «Αν ισχύουν όσα καταγγέλθηκαν». Αν, λοιπόν, ισχύουν -κατά το ΠΑΣΟΚ- οι καταγγελίες σε βάρος του κ. Παπαγγελόπουλου, θα είναι «προσπάθεια χαλιναγώγησης της ελεύθερης βούλησης των δικαστικών λειτουργών και μάλιστα με τρόπο προκλητικό».

Από τη Ν.Δ., ο εκπρόσωπος του κόμματος Γιώργος Κουμουτσάκος σε δήλωσή του ανέφερε: «Οι σημερινές σοβαρότατες αποκαλύψεις επιβεβαιώνουν τις χειρότερες υποψίες μας. Η υπό τον κ. Τσίπρα ομάδα εξουσίας σταθερά επιχειρεί να εγκαθιδρύσει κομματικό κράτος και σύστημα απροκάλυπτης χειραγώγησης της Δικαιοσύνης. Η επίκληση της μόνιμης δικαιολογίας περί “διαπλοκής” μόνον ως ομολογία πράξεων ωμής κατάργησης της διάκρισης των εξουσιών ακούγεται». Πρόσθεσε επίσης ότι η Ν.Δ. θα ζητήσει άμεση διαβίβαση της υπόθεσης στη Βουλή και σύγκληση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας.

Το Ποτάμι, από την πλευρά του, έκανε λόγο για «ωμή παρέμβαση του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης» που «δεν συνιστά μόνον νομικό ατόπημα αλλά και επικίνδυνη θεσμική εκτροπή και δείχνει με κυνικό τρόπο ότι η κυβέρνηση έχει καθεστωτική αντίληψη για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης», ενώ η Ενωση Κεντρώων κατηγόρησε τον Αλέξη Τσίπρα «για μετάγγιση δηλητηρίου στις φλέβες του νόμου» και κατέληξε στο ότι, αν ισχύουν οι καταγγελίες, «την κυβέρνηση δεν θα την ξεπλύνει ούτε ο Δούναβης».

{{-PCOUNT-}}45{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ