Δευτέρα, 19 Απρίλιος 2021

Σπιτική μπίρα: Το χόμπι που έγινε της μόδας!

Αυξάνονται οι «φανατικοί» που έχουν αναγάγει σε ιεροτελεστία την παρασκευή του δροσιστικού αλκοολούχου ποτού, πάντα με παρεΐστικη διάθεση και πεντανόστιμους μεζέδες στα κάρβουνα

Από τον
Αγγελο Σκορδά

Φωτό:Bαγγέλης Μασσιάς

Κυριακή μεσημέρι, σε μια μικρή αυλή κάπου στη Φιλοθέη. Οι φωνές μιας παρέας που, απ’ ό,τι φαίνεται, διασκεδάζει αρκετά φτάνουν μέχρι τους δίπλα δρόμους και διαλύουν τη ραστώνη του καταπράσινου προαστίου των Αθηνών με τους ψηλούς μαντρότοιχους, τα ακόμα ψηλότερα καλλωπιστικά φυτά και τα πεύκα, που κρατούν την αδιακρισία των περαστικών μακριά, ενώ το θρόισμα των φύλλων τους σβήνει τη βοή της παρακείμενης Κηφισίας. Η τσίκνα από τα λουκάνικα που ήδη έχουν πέσει στα κάρβουνα μαρτυρά ότι κάτι ωραίο και ελληνικό σκαρώνεται πίσω από τις μάντρες. Πλησιάζοντας το αυτί πιάνει τσουγκρίσματα και επαναλαμβανόμενα δυνατά «γεια μας!». Κάτι το… διονυσιακό βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Προχωρώντας στα ενδότερα της αυλής, οι υποψίες επιβεβαιώνονται, μόνο που στη θέση του οίνου βρίσκεται ο ζύθος, ο οποίος ρέει άφθονος. Τα βαρέλια που παγώνουν το ποτό αδειάζουν και ξαναγεμίζουν σε χρόνο μηδέν, το ίδιο και τα ποτήρια. Με το πέρασμα της ώρας, τα χαμόγελα γίνονται όλο και πιο πλατιά και οι φωνές δυναμώνουν. Οι συζητήσεις ποικίλλουν, ανάλογα με το «πηγαδάκι». Δουλειές, διακοπές, παιδιά, σκυλιά, όλα καταλαμβάνουν τον χρόνο που τους αναλογεί στις συζητήσεις. Παρ’ όλα αυτά, στο επίκεντρο βρίσκεται ένα βασικό θέμα, το οποίο αποτελεί και την αφορμή για την κυριακάτικη συνάθροιση: η μπίρα! Εξάλλου, εκτός από την κατανάλωσή της, η παρέα επιδίδεται και στην παραγωγή της με ανάλογη επιτυχία. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι συγκεκριμένες συγκεντρώσεις ονομάζονται «brew day», ελληνιστί «ημέρα απόσταξης». Η παραγωγή του σπιτικού τσίπουρου ή του σπιτικού οίνου, εξάλλου, είναι παράδοση στην Ελλάδα. Ε, τώρα προστίθεται και η σπιτική μπίρα!

Η ιεροτελεστία της λεγόμενης «brew day» (όπως βαφτίζονται από τους συμμετέχοντες οι συγκεκριμένες συναντήσεις των φανατικών της μπίρας) ξεκινά αρκετά νωρίς και απαιτεί προγραμματισμό και προσήλωση, πράγμα σχετικά δύσκολο όσο η ώρα περνά, τα βαρέλια στεγνώνουν και η ζέστη του καλοκαιριού γίνεται ολοένα πιο αισθητή. Η παρεΐστικη διάθεση, ωστόσο, είναι το βασικό συστατικό επιτυχίας της κάθε μπίρας, λέει ο… παλιός της παρέας Αλέξανδρος Σεϊντάνης, διαχειριστής της ιστοσελίδας www.beer.gr και ένας από τους πρωτοπόρους στην παρασκευή σπιτικής μπίρας στην Ελλάδα: «Είναι μια καλή δικαιολογία για να μαζευτούν φιλαράκια γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι, με καλό φαγητό και κυρίως καλή μπίρα. Πέραν αυτού, η “brew day” είχε ως σκοπό τη μύηση νέων πιστών της μπίρας στην παρασκευή της, αλλά και την εξέλιξη των παλαιότερων και από καιρό μυημένων».

Η διαδικασία θέλει υπομονή, επιμονή και συγκεκριμένα υλικά

Για τους πρωτάρηδες, μια καλή αρχή για την παρασκευή της δικής τους σπιτικής και -σίγουρα- μοναδικής μπίρας αποτελεί η προμήθεια του χαρακτηριστικού κιτ, με όλα τα απαραίτητα σύνεργα. «Κάποιος αρχάριος μπορεί να προμηθευτεί μια κονσέρβα με έτοιμο μείγμα γλεύκους (δηλαδή, εκχυλίσματα βύνης και λυκίσκου), να της προσθέσει έξτρα ζυμώσιμα σάκχαρα, να τη βράσει με κάποια ποσότητα νερού (και στη συνέχεια να προσθέτει νερό, μέχρι να επιτύχει την επιθυμητή ποσότητα), μαγιά, και να περιμένει να ζυμωθεί η πρώτη φτιαγμένη από τα χεράκια του μπίρα! Τόσο απλά και τόσο γρήγορα» λέει ο Αλέξανδρος. Η τεχνική αυτή, βέβαια, αφαιρεί από τον επίδοξο ζυθοποιό τη δυνατότητα επέμβασης στη συνταγή του. «Αν πάρει, για παράδειγμα, ένα κιτ για μπίρα Weiss και ακολουθήσει τις οδηγίες πιστά, σε μόλις δύο εβδομάδες θα έχει μια εξαιρετική μπιρίτσα, η οποία ωστόσο επιδέχεται βελτίωσης. Φανταστείτε το σαν να φτιάχνετε μακαρονάδα από τα έτοιμα κουτάκια. Ωστόσο, μπορώ να πω ότι η πρώτη μου μπίρα από κιτ, μια απλή, κλασική lager, ήταν γευστικά και αρωματικά ανώτερη από μερικές… δημοφιλείς στην Ελλάδα μπίρες» συμπληρώνει ο ίδιος.

Εχοντας πια περάσει την πρώτη «πίστα», ο χομπίστας ζυθοποιός μπορεί να προχωρήσει στην παρασκευή μπίρας με τη μέθοδο «ΜΧ» (Malt Extract). «Μπορεί να αγοράσει ξεχωριστά το εκχύλισμα βύνης και ένα σακουλάκι από κάποια έξτρα βύνη, όχι σε κονσέρβα, αλλά σε σπόρους. Επιπλέον, αγοράζει μερικά γραμμάρια λυκίσκου και, αφού αλέσει τη βύνη, τη βάζει σε νερό ορισμένης θερμοκρασίας για ορισμένη ώρα, και μετά σε αυτό προσθέτει το εκχύλισμα και τον έξτρα λυκίσκο, σε επίσης ορισμένα διαστήματα. Αποτέλεσμα; Με μικρό περιθώριο λάθους, καθένας μπορεί να έχει τη δική του μπίρα, βασισμένη σε δική του συνταγή! Μια διαφορετική μπίρα από αυτήν του απλού κιτ» εξηγεί ο Αλέξανδρος.

Οσον αφορά την… τελευταία «πίστα»; Εδώ τα πράγματα περιπλέκονται λίγο: «Η τρίτη τεχνοτροπία είναι η λεγόμενη “All Grain”. Πλέον μιλάμε για έναν έμπειρο ζυθοποιό, ο οποίος πρέπει να έχει αρκετό εξοπλισμό και γνώσεις. Δεν χρειάζεται την κονσέρβα, αλλά φτιάχνει αυτό που θα είχε η κονσέρβα, από την αρχή, μόνος του! Συγκεντρώνει τρία ή τέσσερα είδη βύνης, τα αλέθει, τα αφήνει να μουλιάσουν σε ζεστό νερό για να βγάλουν τα σάκχαρά τους, τα ξεπλένει, στη συνέχεια συμπυκνώνει το γλεύκος και προσθέτει λυκίσκους». Πρόκειται για μια αρκετά χρονοβόρα διαδικασία, αφού απαιτεί το λιγότερο τρεις ώρες, καθώς και μεγάλη προσοχή και αφοσίωση, αφού στη χημεία τα λάθη είναι ασυγχώρητα! Θερμοκρασίες, ποσότητες και χρόνοι τηρούνται ευλαβικά, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό μετά την κατανάλωση των… προηγούμενων μπυρών! Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας και των… συν αυτή, το ραντεβού κλείνεται για δύο με τρεις εβδομάδες αργότερα, οπότε και οι συμμετέχοντες στην «τελετή» θα μπορέσουν, επιτέλους, να γευτούν τους καρπούς του κόπου τους. Οταν η σύναξη επαναληφθεί, η νέα μπίρα θα έχει βρει τη θέση της στα βαρέλια και εν συνεχεία στα ποτήρια των συμμετεχόντων.

Ποτήρια γεμίζουν και αδειάζουν κατά ρυπάς

«Το πάθος μου με την παρασκευή σπιτικής μπίρας ξεκίνησε εντελώς ξαφνικά. Πήγαινα επαγγελματικό ταξίδι στη Λέρο και στο αεροπλάνο, για κάποιον λόγο, αρχίζω να σκέφτομαι πώς φτιάχνεται η μπίρα. Αυτό ήταν! Γύρισα πίσω και απλά το έψαξα στο google. Οι πρώτες πληροφορίες που βρήκα ήταν από το beer.gr, που ήδη υπήρχε τότε. Εψαξα, διάβασα για σχεδόν δύο εβδομάδες και, ενώ είχα παραγγείλει τα σύνεργα και τα περίμενα, στην αγωνία μου αν έκανα τη σωστή παραγγελία πήρα τηλέφωνο τον Αλέξανδρο» θυμάται ο Νίκος, επιχειρηματίας και ακόμα ένας από τους έμπειρους home brewers που κάθισαν γύρω από το μεγάλο κυριακάτικο τραπέζι. «Παρά το αρκετό διάβασμα που μπορεί να ρίξει κάποιος, αν επιθυμεί να φτάσει σε ένα καλό επίπεδο στην παρασκευή μπίρας, υπάρχουν τεχνικές πολύ απλές, τις οποίες λίγο πολύ μπορεί να εφαρμόσει ο καθένας. Δεν είναι επιστήμη, αλλά, αν κάποιος θέλει, μπορεί να το αναγάγει σε επιστήμη» συμπληρώνει γελώντας ο Λευτέρης, αρχιτέκτονας και επίσης φανατικός της σπιτικής μπίρας.
Αυτά, όμως, που φαίνεται να απολαμβάνουν περισσότερο και οι τρεις ερασιτέχνες ζυθοποιοί είναι τόσο η χαρά που αντλούν όταν βλέπουν τη βύνη να μετατρέπεται στο αγαπημένο τους ποτό μετά τη ζύμωση όσο και το… μουχαμπέτι γύρω από το τραπέζι, ενώ η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Εξάλλου, λένε όλοι τους με μία φωνή, η καλή μπίρα απαιτεί και καλό φαγητό – και όπου υπάρχουν καλό ποτό και καλοί μεζέδες, σίγουρα θα υπάρχει καλή παρέα.

Τα εδέσματα

Οπως τα ποτήρια γεμίζουν και αδειάζουν κατά ριπάς, έτσι και τα πιάτα με τα απαραίτητα εδέσματα «καθαρίζουν» αδιάκοπα. Εξαρτώνται πάντα από το είδος του «μαγικού ζωμού» που ετοιμάζεται στα καζάνια τα οποία σφυρίζουν πάνω στις γκαζιέρες. Χαλούμι, πανσέτες, λουκάνικα, ελιές, σεφταλιές, καπνιστές μπριζόλες, όλα απλώνονται στο τραπέζι. «Είναι η σπονδή στους θεούς – αν δεν ξεκινήσεις τη διαδικασία με το κάρβουνο, ξινίζει η μπίρα» σημειώνει γελώντας ο Αλέξανδρος, αποκαλύπτοντας παράλληλα τον μεζέ που «κουμπώνει» με κάθε είδος. «Χοντρικά, τα λιπαρά φαγητά ταιριάζουν με πικρές ή ξινές μπίρες. Αντίστοιχα, οι επονομαζόμενες “IPA” (Indian Pale Ale) μπίρες, παρότι βρετανικής προέλευσης, “δένουν” υπέροχα με την ελληνική κουζίνα και τα λαδερά. Η μαύρη μπίρα, υψηλού αλκοόλ, που περιέχει πολλή βύνη και θυμίζει σοκολάτα και καφέ, ταιριάζει με σοκολατένια γλυκά».

Ο Κάρολος Φιξ από τη Βαυαρία

Ηιστορία της μπίρας στην Ελλάδα μετρά αρκετούς αιώνες. «Υπάρχουν αναφορές σε αρχαία γραπτά για οίνο κριθής, δηλαδή κρασί από κριθάρι. Αρα, λοιπόν, οι αρχαίοι ήξεραν την μπίρα. Κάπου, όμως, τη χάσαμε, το πιθανότερο επί Τουρκοκρατίας. Οταν ο Οθωνας ανέλαβε τον ελληνικό θρόνο, ανάμεσα στους αυλικούς του υπήρχε και ο προσωπικός του ζυθοποιός, ο Κάρολος Φιξ, της ομώνυμης ελληνικής φίρμας. Με τη σειρά του, αυτός έφερε στη χώρα την μπίρα που επικρατούσε τότε στη Βαυαρία, η οποία ήταν η γνωστή σε όλους και πλέον διαδεδομένη lager. Μάθαμε, λοιπόν, οι Ελληνες να πίνουμε lager και απλώς λησμονήσαμε -αμελήσαμε- ότι υπάρχουν και άλλα είδη μπίρας. Δυστυχώς, μέχρι και σήμερα τα περισσότερα από αυτά δεν τα γνωρίζουμε» καταλήγει ο Αλέξανδρος, λίγο πριν επιστρέψει πάνω από το καζάνι, που έχει ήδη αρχίζει να αναβλύζει μυρωδιές… μεθυστικές.

Το χρώμα,ο αφρός και το άρωμα της

Την παρατηρούμε οπτικά. Ετσι διαπιστώνουμε αν είναι διαφανής (φιλτραρισμένη) ή θαμπή (αφιλτράριστη). Στο φιλτράρισμα οφείλονται οι εντυπωσιακές αντανακλάσεις του φωτός, που αναδεικνύουν το χρώμα της. Οι αφιλτράριστες μπίρες είναι εξίσου καλές, αρκεί η θαμπάδα να οφείλεται αποκλειστικά στα αιωρούμενα σωματίδια της μαγιάς.
Παρατηρούμε τον αφρό της. Το πυκνό στρώμα αφρού που αφήνει «δαχτυλίδια» στο ποτήρι είναι θετική ένδειξη.
Τη μυρίζουμε. Ανάλογα με το είδος της μπίρας θα πρέπει να μπορούμε να αντιληφθούμε κωνοφόρα, λουλούδια, ακόμη και λεμόνια και κίτρα, νότες που οφείλονται στον λυκίσκο, ή καβουρδισμένες βύνες που θα θυμίζουν καφέ και μόκα.
Τη γευόμαστε. Εχει επαρκές ανθρακικό και αλκοόλ; Μήπως είναι πολύ πικρή, γλυκιά ή ξινή; Είναι παγωμένη ή χλιαρή;

{{-PCOUNT-}}18{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ