Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2021

Τα ταμεία καταρρέουν, οι ασφαλιστές έρχονται

Το δημόσιο σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης τρίζει επικίνδυνα και προβάλλει ως αντίπαλο δέος το ιδιωτικό, που μέχρι τώρα στην Ελλάδα παρέμενε στη σκιά εξαιτίας των πλούσιων παροχών που υπήρχαν από το κράτος. Το παιχνίδι διαμορφώνεται με νέους όρους και χιλιάδες πολίτες που θέλουν να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο για το παρόν (παροχές υγείας) όσο και για το μέλλον (σύνταξη), βρίσκονται μπροστά σε ένα νέο τοπίο.

Στην Ελλάδα σήμερα οι πολίτες ζουν μια διττή πραγματικότητα. Από τη μία βιώνουν την κατάρρευση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, από την άλλη ξέρουν ότι οι δυνατότητες των ιδιωτικών τραπεζοασφαλιστικών εταιριών να παράσχουν αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις είναι προς στιγμήν πολύ περιορισμένες.

«Χαρτζηλίκι»

Μέχρι σήμερα, λόγω της γενναιοδωρίας του πρώτου πυλώνα (δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα με υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης), ελάχιστοι τοποθετούσαν ένα κομμάτι των ασφαλιστικών συνταξιοδοτικών τους προσδοκιών στους ιδιώτες. Αυτό όμως αλλάζει και ο συρρικνούμενος δημόσιος τομέας σε λίγο καιρό θα αποδίδει όχι συντάξεις, αλλά «χαρτζιλίκι», της τάξης των 360 ευρώ. Το κενό -και με τις ευλογίες της κυβέρνησης- έρχεται να καλύψει η υποχρέωση (;) της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ασφάλισης.

Ηδη από τον περασμένο Μάιο η Τράπεζα της Ελλάδας σε έκθεσή της θεωρεί τουλάχιστον απαραίτητα τα ιδιωτικά ασφαλιστικά συστήματα, προεξοφλώντας τη μείωση των συντάξεων σε τέτοιο βαθμό (έως και 50%), που θα είναι αδύνατη η επιβίωση των συνταξιούχων.

Ετσι ένας εργαζόμενος 35 ετών με ασφάλιση στο ΙΚΑ, που για κύρια και επικουρική σύνταξη (απλά ένσημα) «πληρώνει» το 13,95% του μηνιαίου του μισθού (στα 1.310 ευρώ υπολογίζεται ο μέσος μεικτός μισθός στο ΙΚΑ) θα πρέπει να βρει περίπου ένα κατοστάρικο επιπλέον κάθε μήνα για να… αγοράσει αξιοπρεπή βίο στα γεράματα μέσω ενός ιδιωτικού ασφαλιστικού προγράμματος (τρίτος πυλώνας ασφάλισης).

Εγγυημένα

Για παράδειγμα, επιλέγοντας το Ατομικό Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα της Εθνικής Ασφαλιστικής, άνδρας ή γυναίκα 35 ετών που επιθυμεί συμπληρωματική σύνταξη στην ηλικία των 65 ετών καταβάλλει 97,5 ευρώ τον μήνα και εξασφαλίζει από σήμερα 250 ευρώ ισόβια μηνιαία σύνταξη, εγγυημένη για 10 χρόνια, εξασφαλίζοντας τους δικούς του ανθρώπους ό,τι κι αν συμβεί. Εναλλακτικά, μπορεί σε ηλικία 65 ετών να επιλέξει την εφάπαξ καταβολή του εγγυημένου κεφαλαίου, ύψους 50.505 ευρώ. Παράλληλα, αποκτά το δικαίωμα συμμετοχής σε τυχόν επιπλέον αποδόσεις πέραν του 2,75%.

Σε άλλη περίπτωση άνδρας 40 ετών, ασφαλισμένος στον ΟΑΕΕ, αν καταβάλλει στην Interamerican μηνιαίο ασφάλιστρο 124 ευρώ, θα λάβει στην ηλικία των 65 ετών και για 20 χρόνια σύνταξη 300 ευρώ. Το βασικό πρόγραμμα δίνει την ευχέρεια απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων σε περίπτωση ανικανότητας για εργασία, καθώς και δυνατότητα αλλαγής επενδύσεων κατά τη διάρκεια της ασφάλισης. Ο ίδιος άνδρας, εάν επιλέξει το πρόγραμμα με τις πρόσθετες παροχές, εκτός από τη σύνταξη των 300 ευρώ στα 65 του χρόνια θα λάβει σε περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας 400 ευρώ τον μήνα έως τα 65, καταβάλλοντας μηνιαίο ασφάλιστρο 178 ευρώ. Επιπλέον, εξασφαλίζει ασφάλεια ζωής ύψους 50.000 ευρώ.

Τα «έκτακτα»

Το παραπάνω παράδειγμα υπολογίστηκε με επένδυση στο Αναπτυξιακό Χαρτοφυλάκιο Capital κατά την περίοδο αποταμίευσης και το Ομολογιακό Χαρτοφυλάκιο Capital κατά την περίοδο συνταξιοδότησης και με υπόθεση αποδόσεων 7,6% και 4,7%, αντίστοιχα. Το παράδειγμα υποθέτει 2% πληθωρισμό πριν και μετά τη συνταξιοδότηση, αναπροσαρμογή της αποταμίευσης 2% ετησίως και καταβολή σύνταξης από τα 65 και για 20 έτη. Συμπεριλαμβάνει βιβλιάριο έκτακτων καταβολών (25 ευρώ), δυνατότητα αλλαγής επενδύσεων (30 ευρώ) και δικαίωμα συμβολαίου (30 ευρώ), που καταβάλλονται άπαξ.

Να σημειωθεί ότι η χαμηλότερη ασφαλιστική κλάση στον ΟΑΕΕ έχει εισφορές που για κλάδο σύνταξης και υγείας μαζί ανέρχονται στο ποσό των 210 ευρώ. Οσο αυξάνεται η προϋπηρεσία τόσο αυξάνεται και το κόστος για την καταβολή ασφαλίστρων, οι οποίες μπορεί να φτάσουν έως και τα 709 ευρώ σε μηνιαία βάση.

Τα προγράμματα υγείας και το μεγάλο στοίχημα

Η αρχή της ιδιωτικοποίησης των συντάξεων και των παροχών υγείας έχει γίνει από τα ιδιωτικά ασφαλιστικά προγράμματα υγείας, που παρά τη φτωχοποίηση μεγάλου μέρους των Ελλήνων πολιτών συνεχίζουν να αυξάνονται, αποτυπώνοντας τα δεδομένα προβλήματα του δημόσιου συστήματος υγείας και τη στροφή των πολιτών σε υπηρεσίες της ιδιωτικής ασφάλισης, είτε από επιλογή είτε από ανάγκη (άτομα άνεργα, χωρίς δημόσια ασφάλιση, ελεύθεροι επαγγελματίες που δεν είναι ενήμεροι στον ΟΑΕΕ λόγω χρεών κ.λπ.). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αριθμός των ατομικών συμβολαίων, δηλαδή ο αριθμός των ασφαλισμένων, εμφανίζει το 2012 αύξηση κατά 9% σε σχέση με το 2011, ενώ σταθερός είναι και ο αριθμός των ομαδικών συμβολαίων υγείας, δηλαδή των προγραμμάτων υγείας που διαθέτουν οι επιχειρήσεις για το προσωπικό τους. Την ίδια περίοδο, οι πληρωθείσες νοσοκομειακές και εξωνοσοκομειακές αποζημιώσεις ξεπέρασαν τα 436.000.000 ευρώ, από τα οποία το 88% αφορά νοσοκομειακή περίθαλψη και το υπόλοιπο 12% εξωνοσοκομειακή.

Πάντως, το μεγάλο στοίχημα για τις ασφαλιστικές εταιρίες είναι να μπουν στο παιχνίδι των συντάξεων, καθώς μπορεί 1.000.000 πολίτες να διαθέτουν ιδιωτικό ασφαλιστικό πρόγραμμα υγείας, αλλά πολλοί λιγότεροι είναι εκείνοι που έχουν πειστεί να πληρώσουν για μια ιδιωτική σύνταξη, έστω συμπληρωματική. Εξ ου και η προσπάθεια του κλάδου για επανατοποθέτηση των ασφαλιστικών εταιριών στη συνείδηση του Ελληνα καταναλωτή και την ένταξη και των άλλων ασφαλιστικών προγραμμάτων -πέραν του αυτοκινήτου, που είναι υποχρεωτικό- στις προτεραιότητες κάθε πολίτη. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σήμερα στην Ελλάδα οι πληρωμές ασφαλίστρων ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώνονται στο 2,5% με 3% και είναι από τις χαμηλότερες στην ευρωζώνη (ο μέσος όρος στην Ε.Ε. των 27 κυμαίνεται στο 8% με 10%). Στόχος είναι, λοιπόν, η σχέση ασφαλίστρων – ΑΕΠ να διαμορφωθεί και στην Ελλάδα στο 8% με 10%, που σημαίνει ότι η παραγωγή ασφαλίστρων προσεχώς θα πρέπει να υπερδιπλασιαστεί και να φτάσει τα 12 με 14 δισ. ευρώ από τα 4 δισ. ευρώ που είναι σήμερα.

Προβάλλοντας, λοιπόν, την εποπτεία της Τραπέζης της Ελλάδος και το αυστηρό θεσμικό πλαίσιο του Solvency II, το οποίο θέτει όχι μόνο υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις αλλά και ποιοτικές αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του κλάδου, οι ασφαλιστικές εταιρίες λανσάρουν συνταξιοδοτικά ή αποταμιευτικά προγράμματα, τα οποία επιτρέπουν από μία ηλικία και έπειτα, που καθορίζεται στο συμβόλαιο, ο ασφαλισμένος να πάρει τα αποταμιευμένα χρήματά του είτε εφάπαξ είτε «σπαστά», σε μορφή μηνιαίας σύνταξης.

Παραδείγματα με μηνιαίες εισφορές: Οσο πιο νωρίς τόσο πιο καλά!

Ενας άνδρας ή μία γυναίκα 25 ετών που επιθυμούν στα 60 να λάβουν 300 ευρώ σύνταξη θα υπογράψουν ένα συμβόλαιο διάρκειας 35 ετών και θα καταβάλλουν κάθε μήνα 104,64 ευρώ ή, αλλιώς, 1.255,58 ευρώ τον χρόνο. Αν πάλι θέλουν να εισπράξουν ως εφάπαξ το ποσό, θα πάρουν 67.251 ευρώ, ενώ έως τότε θα έχουν πληρώσει 43.085 ευρώ.

Ατομα ηλικίας 40 ετών που θέλουν να συνάψουν συνταξιοδοτικά συμβόλαια για διάστημα 25 ετών και να εισπράττουν από τα 65 τους μηνιαία σύνταξη 500 ευρώ θα πρέπει να καταβάλλουν ασφάλιστρο αξίας 253,36 ευρώ τον μήνα. Αν θελήσουν να λάβουν εφάπαξ το ποσό, θα πάρουν 98.247 ευρώ, ενώ έως τότε θα έχουν δώσει 74.525 ευρώ.

Οι μεγαλύτεροι των 50 ετών που επιθυμούν να συνάψουν συμβόλαια για μία 15ετία και στα 65 τους να λάβουν σύνταξη 500 ευρώ τον μήνα, θα πρέπει να καταβάλλουν από την αρχή της ισχύος του συμβολαίου τους 496 ευρώ τον μήνα. Αν επιθυμούν εφάπαξ το ποσό, θα λάβουν 98.247 ευρώ, ενώ θα έχουν καταβάλει 87.540 ευρώ.

Είναι σαφές ότι όσο νωρίτερα ξεκινήσει κάποιος ένα πρόγραμμα σύνταξης τόσο λιγότερα λεφτά θα δώσει και τόσο μεγαλύτερες απολαβές θα έχει. Κι αυτό γιατί τα χρήματα τα οποία δίνει κάθε χρόνο στην ασφαλιστική ανατοκίζονται, ανακεφαλαιώνονται, αποδίδουν και προκύπτει μια ικανοποιητική επιπρόσθετη σύνταξη. Επίσης, αν ο ασφαλισμένος θέλει να πάρει μεγαλύτερη σύνταξη θα πρέπει να βγει σε αυτή όσο πιο αργά γίνεται. Αν, για παράδειγμα, κάποιος ξεκινήσει ένα ιδιωτικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα στα 30, στα 65 θα πάρει πολύ μεγαλύτερη σύνταξη απ’ ό,τι στα 60.

Να σημειωθεί επίσης ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες έχουν ειδικές λύσεις τόσο για συντηρητικούς πελάτες όσο και για λιγότερο συντηρητικούς. Στους πρώτους προτείνουν αμοιβαία κεφάλαια ή άλλα επενδυτικά προϊόντα χαμηλού ρίσκου, ενώ στους πιο επιθετικούς επενδυτές τα χρήματα προτείνεται να τοποθετούνται σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα αλλαγής της σύνθεσης του χαρτοφυλακίου κατά τη διάρκεια του προγράμματος, εφόσον ο πελάτης το επιθυμεί.

Αυτή τη στιγμή αρκετά ασφαλιστικά προγράμματα εγγυώνται μια ελάχιστη απόδοση που κυμαίνεται γύρω στο 2%, υπό την προϋπόθεση ότι ο πελάτης καταβάλλει κανονικά τις εισφορές του για τη συνολική διάρκεια του προγράμματος, η οποία μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 25 έτη. Μέχρι και πέρυσι υπήρχαν συνταξιοδοτικά προγράμματα στην αγορά τα οποία υπόσχονταν εγγυημένο επιτόκιο έως και 3,35% τον χρόνο, το ανώτατο που επέτρεπε ο νόμος.

Ο ρόλος του κράτους

Βέβαια, πολύ συχνά το ξεκίνημα ενός συνταξιοδοτικού προϊόντος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πρώτα απ’ όλα λόγω του πολύ μεγάλου ποσοστού ανεργίας που πλήττει τους νέους, και φυσικά εξαιτίας των χαμηλότερων αμοιβών και των ελαστικών σχέσεων εργασίας.

Εδώ έρχεται ο ρόλος του κράτους που -σύμφωνα τουλάχιστον με τους παράγοντες της αγοράς- θα πρέπει να δώσει φορολογικά κίνητρα: α) στα ιδιωτικά ασφαλιστικά προγράμματα, β) στα ομαδικά ασφαλιστικά συμβόλαια των επιχειρήσεων, γ) στα Επαγγελματικά Ταμεία, των οποίων το θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να βελτιωθεί.

Πάντως, αξίζει να αναφερθεί ότι το βασικό χαρακτηριστικό της νέας γενιάς ασφαλιστικών προγραμμάτων είναι η στροφή στα επενδυτικά προγράμματα. Πρόκειται για ασφαλιστικά προϊόντα χωρίς εγγυήσεις, γνωστά ως unit linked, η απόδοση των οποίων δεν είναι εγγυημένη και εξαρτάται από την εξέλιξη του επενδυτικού χαρτοφυλακίου, στο οποίο έχουν τοποθετηθεί τα χρήματα των ασφαλισμένων. Στα επενδυτικά προϊόντα η εταιρία αποδεσμεύεται πλήρως τόσο από την υποχρέωση καταβολής ισόβιας σύνταξης όσο και από την καταβολή εφάπαξ ποσού και η μόνη υποχρέωση είναι να επιστρέψει στον πελάτη το ποσό που θα έχει συγκεντρωθεί στον λογαριασμό του όταν ο ασφαλισμένος επιλέξει να ρευστοποιήσει την επένδυσή του.

Ο θεσμός που έχει μείνει (11 χρόνια) στα συρτάρια

Την αξιοπρεπή διαβίωση μπορεί κάποιος να την εξαγοράσει και μέσω των Επαγγελματικών Ταμείων (δεύτερος πυλώνας ασφάλισης), που θα λειτουργούν σε κεφαλαιοποιητική βάση, με τις εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων και με ατομικούς λογαριασμούς για κάθε εργαζόμενο.

Αν και οι σχετικοί νόμοι για τα Επαγγελματικά Ταμεία έχουν ψηφιστεί ήδη από το 2002, ακόμα δεν έχουν προωθηθεί σημαντικές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη της ιδιωτικής ασφάλισης. Μόλις τον περασμένο Απρίλιο δημιουργήθηκαν τέσσερα Επαγγελματικά Ταμεία επικουρικών συντάξεων, τα οποία έχουν προέλθει από το Ταμείο των υπαλλήλων στις ασφαλιστικές εταιρίες, το επικουρικό των εργαζομένων στις επιχειρήσεις πετρελαιοειδών, το Ταμείο των βενζινοπωλών και ο επικουρικός φορέας στον κλάδο του φαρμάκου (ΤΕΑΥΦΕ). Μεμονωμένα Επαγγελματικά Ταμεία έχουν ιδρυθεί από διάφορες τράπεζες και από τον κλάδο των οικονομολόγων.

Τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης έχουν συγκεκριμένες εισφορές, όχι όμως και αντίστοιχα συγκεκριμένες παροχές, που σημαίνει ότι δεν υπάρχει εγγύηση για το ποσό που θα λάβει ο εργαζόμενος ως σύνταξη, όταν ολοκληρώσει τον εργασιακό του βίο. Για κάθε εργαζόμενο, υπάρχει ατομικός λογαριασμός και από την κεφαλαιοποίηση των εισφορών του καθενός προκύπτει και το ύψος της σύνταξης που θα χορηγηθεί στο μέλλον.

Τα 3+1 συστήματα στο εξωτερικό

Με την καθιέρωση της συμπληρωματικής ιδιωτικής ασφάλισης το κράτος αποσύρεται από τη δημόσια Κοινωνική Ασφάλιση, καθώς μειώνεται η χρηματοδότηση προς τα ασφαλιστικά ταμεία μέσω των προϋπολογισμών. Το κράτος ευθύνεται μόνο για τη «βασική σύνταξη», που μετατρέπεται σε προνοιακό επίδομα των συνταξιούχων.

Η στροφή από τις δημόσιες στις επαγγελματικές και τις ιδιωτικές συντάξεις αναμένεται να γίνει κατά τα πρότυπα άλλων χωρών, όπως στη Χιλή και τη Γερμανία.

Τα μοντέλα των ιδιωτικών συντάξεων είναι:

 1. Σε εθελοντική βάση. Στον βαθμό που η συμμετοχή σε συνταξιοδοτικά προγράμματα δεύτερου και τρίτου πυλώνα παραμένει εθελοντική, η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η κάλυψη του ενεργού πληθυσμού κυμαίνεται μεταξύ 13% και 50%, ενώ μικρότερα ποσοστά συμμετοχής καταγράφονται στους νέους, τα χαμηλότερα εισοδήματα και τους μερικώς ή ευκαιριακά απασχολουμένους.

 2. Με «αυτόματη εγγραφή» και δικαίωμα αποχώρησης (Ιταλία, Ν. Ζηλανδία, Ην. Βασίλειο).

 3. Υποχρεωτικό (Αυστραλία, Χιλή, Μεξικό).

4. Ημιυποχρεωτικό (Δανία, Ολλανδία).

Ξανθή Γούναρη, Βασίλης Αγγελόπουλος

{{-PCOUNT-}}41{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ