Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

Το μεγάλο παιχνίδι (του ΔΝΤ) με τις ελληνικές τράπεζες

Χρονιά κρίσεως το 2018 για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, που θα κληθούν να διαχειριστούν τρεις νέες προκλήσεις. Τι θέλει το Ταμείο και πότε είναι πιθανό να υπάρξουν αυξήσεις μετοχικών κεφαλαίωνΑπό τον
Μάριο Ροζάκο

Η χρονιά της… κρίσεως για τις ελληνικές τράπεζες θα είναι το 2018, καθώς θα βρεθούν αντιμέτωπες με τρεις παράγοντες που θα προκαλέσουν κεφαλαιακές ζημίες και θα δώσουν πρόσφορο έδαφος στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) να εντείνει τις παρασκηνιακές πιέσεις του για πρόσθετη στήριξή τους.

Εάν η «γραμμή» του ΔΝΤ επικρατήσει, τότε τα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πιθανόν να οδηγηθούν σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και θα απαιτηθεί να βγει ζεστό χρήμα από την τσέπη των μετόχων, δηλαδή του Δημοσίου -μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας- και των -κερδοσκοπικών και μη- funds.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το ΔΝΤ έχει πλέον περιορίσει τον «λογαριασμό» και θεωρεί ότι οι τράπεζες θα χρειαστούν κεφαλαιακή ένεση ύψους 5-6 δισ. ευρώ, αντί για 10 δισ. ευρώ που υποστήριζε παλαιότερα. Επιπλέον, πιέζει για δραστικές παρεμβάσεις αναδιάρθρωσης, όπως η πλήρης αποχώρηση από θυγατρικές στα Βαλκάνια – σύσταση που έκανε επισήμως την περασμένη Δευτέρα στην τελευταία έκθεσή του για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Οι τρεις προκλήσεις που καλούνται να διαχειριστούν σχεδόν ταυτόχρονα οι τράπεζες τη νέα χρονιά είναι οι εξής:

1 Με το «καλημέρα» θα πρέπει να προσαρμοστούν στις αυστηρές απαιτήσεις του νέου διεθνούς λογιστικού προτύπου IFRS 9, το οποίο τίθεται σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2018 και υποχρεώνει τις τράπεζες να αλλάξουν μέθοδο αποτίμησης του πιστωτικού κινδύνου και να σχηματίσουν προβλέψεις με βάση τις αναμενόμενες ζημιές (και όχι τις ήδη συντελεσθείσες). Η Morgan Stanley δημοσίευσε την περασμένη Τρίτη σχετική ανάλυση, στην οποία υπολογίζεται ότι οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες (Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς) θα χρειαστούν πρόσθετες προβλέψεις συνολικού ύψους 7,6 δισ. ευρώ. Ο διεθνής οίκος σημειώνει μάλιστα πως το ποσό αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών. Πρόσφατα η ΕΒΑ έδωσε μεν «ανάσα» στις ευρωπαϊκές τράπεζες, διευκρινίζοντας ότι οι πρόσθετες προβλέψεις που προκύπτουν από την αλλαγή προτύπου θα μπορέσουν να καλυφθούν σε βάθος πενταετίας, αλλά η χρηματιστηριακή αποτίμηση και η αποτίμηση των διεθνών οίκων για τις τράπεζες θα υποστούν εφάπαξ μείωση. Σύμφωνα με την έκθεση της Morgan Stnaley, η κατάσταση ανά τράπεζα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί ως εξής: Η Τράπεζα Πειραιώς θα πρέπει να αυξήσει τις προβλέψεις της έναντι του πιστωτικού κινδύνου κατά 2,8 δισ. ευρώ, η Alpha Bank κατά 2,5 δισ. ευρώ, η Eurobank κατά 1,3 δισ. ευρώ και η Εθνική Τράπεζα κατά 1 δισ. ευρώ.

2 Την άνοιξη οι τράπεζες θα δοκιμαστούν από τα αυστηρά stress tests, που θα πρέπει να ικανοποιήσουν και τις απαιτήσεις του ΔΝΤ. Η διαδικασία αναμένεται να αρχίσει τον Φεβρουάριο και να ολοκληρωθεί έως τον Μάιο, προκειμένου τα αποτελέσματα να είναι διαθέσιμα πριν από την τελική αξιολόγηση του 3ου Μνημονίου το καλοκαίρι. Τα σενάρια που κυκλοφορούν στην αγορά κάνουν λόγο για κεφαλαιακές ζημιές ύψους 3,5-4,5 δισ. ευρώ στη χειρότερη και υποστηρίζουν ότι σε πιο αδύναμη κεφαλαιακά θέση κινδυνεύουν να βρεθούν στην περίπτωση αυτή τουλάχιστον δύο από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες: η Τράπεζα Πειραιώς και η Eurobank. Η θέση της Εθνικής Τράπεζας θα εξαρτηθεί από την έκβαση της πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής και της θυγατρικής της στη Ρουμανία, ενώ για την Alpha Bank εκτιμάται ότι η κατάσταση θα είναι διαχειρίσιμη. Σε κάθε περίπτωση, είναι ακόμα πάρα πολύ νωρίς για ασφαλείς προβλέψεις.

3 Μικρότερος, αλλά υπαρκτός, «πονοκέφαλος» είναι οι ζημιές από τους ελέγχους των προβληματικών δανείων (TAR), οι οποίες εκτιμάται ότι μπορεί να ανέλθουν στα περίπου 500.000.000 ευρώ. Οι εν λόγω έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν ήδη στην Εθνική Τράπεζα και την Alpha Bank και προβλέπεται να αρχίσουν περίπου σε έναν μήνα, στις 15 Δεκεμβρίου, στη Eurobank και την Τράπεζα Πειραιώς.

Από πού θα εξαρτηθούν τα stress tests που θα γίνουν την ερχόμενη άνοιξη

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός των τραπεζών της ευρωζώνης (SSM) και η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (ΕBA) θα έχουν μεν τον πρώτο λόγο στα stress tests, τα οποία θα καθορίσουν αν υπάρχει ανάγκη νέας κεφαλαιακής στήριξης, αλλά είναι σαφές ότι θα πρέπει να βρεθεί κοινός τόπος με το ΔΝΤ.

Ολα θα εξαρτηθούν από τις παραδοχές επί των οποίων θα βασιστούν τα σενάρια των stress tests και από δύο κρίσιμα μεγέθη: τη συνολική πορεία της οικονομίας, δηλαδή τον ρυθμό ανάπτυξης, και τον βαθμό μείωσης των «κόκκινων» δανείων, κυρίως μέσω των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και της πώλησης μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις τράπεζες. Στη δεύτερη αυτή παράμετρο εστίασε πριν από λίγες ημέρες και ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, μιλώντας στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ: «Ή ξεκινάμε μαζικά τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς ή πάμε για νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών στα τεστ κοπώσεως που θα ξεκινήσουν από τον Φεβρουάριο, θέτοντας σε κίνδυνο και την ολοκλήρωση του προγράμματος και την καθαρή έξοδο».

Υπενθυμίζεται ότι τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των τραπεζών, δηλαδή τα δάνεια με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών, και αυτά που είναι αβέβαιο ότι θα εισπραχθούν χωρίς τη ρευστοποίηση εξασφάλισης (π.χ. ακινήτου) φτάνουν σήμερα περίπου τα 102 δισ. ευρώ και πρέπει να περιοριστούν κατά περίπου 40 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2019.

{{-PCOUNT-}}13{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ