Τρίτη, 20 Απρ 2021

Ζητά να αυξηθεί το χρονικό περιθώριο που έχει οριστεί για τη μείωση του χρέους και να ξεκινήσει ένα μεγάλο πρόγραμμα μεγάλων έργων

«Πίσω από τη μάχη για το πρόσωπο που θα αναλάβει την προεδρία της Κομισιόν βρίσκεται μια σημαντική συζήτηση που δεν έχει λάβει τόση δημοσιότητα, τουλάχιστον εκτός της Ιταλίας και της Γερμανίας. Πρόκειται για το αίτημα της Ρώμης να αναθεωρηθούν ριζικά οι κανόνες της ευρωζώνης. Η αμετακίνητη δημοσιονομική ορθοδοξία της Μέρκελ συναντά τον ακατανίκητο ενθουσιασμό του Ρέντσι. Ο αγώνας θα είναι συναρπαστικός». Κάπως έτσι σχολίαζε ο αρθρογράφος των «Financial Times» Βόλφγκανγκ Μουντσάου τα τεκταινόμενα στην Ε.Ε. γύρω από το παζάρι για τον νέο τιμονιέρη της Κομισιόν σε σχέση με την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας. Ο γητευτής πρωθυπουργός της Ιταλίας προσπαθεί να «περάσει» στην ευρωπαϊκή ατζέντα τη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων. Στο εσωτερικό της Ιταλίας φαίνεται ότι έχει πείσει. Εκτός συνόρων έχει βρει αρωγό στο πρόσωπο του Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος με τη σειρά του «βλέπει» στον Ρέντσι, περισσότερο στη δημοτικότητά του και ίσως λιγότερο στην ατζέντα του, ένα σωσίβιο στη θύελλα της αντιδημοφιλίας που πλήττει ανηλεώς τον ίδιο και την κυβέρνηση.

Θεωρητικά οι δύο ηγέτες προσπαθούν μέσω μιας άτυπης συμμαχίας να πιέσουν το Βερολίνο να δεχτεί την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας, των σκληρών δηλαδή όρων της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των ορίων του 3% του ΑΕΠ που θέτουν για τα ελλείμματα και κατ’ επέκταση για το χρέος.

Μέχρι στιγμής και οι δύο συναντούν την άρνηση της Ανγκελα Μέρκελ, που εκφράζεται με όλους τους τρόπους, ευθέως αλλά και διπλωματικά.

Στην ομιλία του, που είχε αρκετή… τόλμη και γοητεία, ο Ματέο Ρέντσι επιχείρησε να πείσει τους Ιταλούς ότι ο ίδιος μπορεί να κάμψει ακόμα και τη σιδηρά κυρία του Βερολίνου.

Με την «ατάκα» «είτε δεχόμαστε να έχουμε κοινές αξίες είτε κρατήστε το νόμισμά σας και αφήστε μας τις αξίες μας», ο Ιταλός πρωθυπουργός δημιούργησε κλίμα ενθουσιασμού στη χώρα του, ότι υπό την ιταλική προεδρία της Ε.Ε., που αρχίζει την 1η Ιουλίου, πολλά μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Οτι δηλαδή μπορεί να υπάρξει δημοσιονομική χαλάρωση που θα αφήσει ουσιαστικό χώρο για την ανάπτυξη.

«Εμπιστευτήκαμε στο κοινό νόμισμα τον στόχο της οικοδόμησης της Ευρώπης, αλλά αυτό δεν αρκεί» τόνισε ο Ιταλός πρωθυπουργός και πρόσθεσε απευθυνόμενος προς την Ε.Ε.: «Δεν αρκεί να έχουμε ένα νόμισμα, έναν πρόεδρο ή μια πηγή χρηματοδότησης από κοινού. Είτε αποδεχόμαστε ένα κοινό πεπρωμένο και κοινές αξίες είτε χάνουμε τον ρόλο της Ευρώπης έναντι του εαυτού της» δήλωσε ο Ρέντσι προς τους Ιταλούς βουλευτές, μιλώντας για την εξαμηνιαία ιταλική προεδρία της Ε.Ε., που θα αρχίσει την 1η Ιουλίου. «Η Ευρώπη ζει σήμερα ένα μεγάλο δίλημμα μπροστά στο ερώτημα «τι είναι η Ευρώπη;». Η Ευρώπη σήμερα είναι πλήξη (…), έχει κατακλυστεί από αριθμούς και στερείται ψυχής» δήλωσε.

Ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, μιλώντας στη Γερουσία, ζήτησε 1.000 μέρες για να «αλλάξει» την Ιταλία έως τις 28 Μαΐου του 2017 -αρχίζοντας από τον επόμενο Σεπτέμβριο-, για να μεταρρυθμίσει τη δημόσια διοίκηση, τη γεωργία, το σύστημα πρόνοιας και τη φορολογία.

«Είναι ενδεικτικό ότι από τις 100 μέρες που ζητούσε στην αρχή για τις βασικές μεταρρυθμίσεις φτάσαμε τις 1.000. Κάτι το ρεαλιστικό, οπωσδήποτε, αλλά και φιλόδοξο» σχολιάζει ο δημοσιογράφος Πάολο Μιέλι, αναλυτής του ομίλου της εφημερίδας «Corriere della Sera». Ο Iταλός πρωθυπουργός, πάντως, πρόκειται να ανοίξει τα χαρτιά του στις 2 Ιουλίου, μιλώντας ενώπιον του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο.

Σε ό,τι αφορά τις προτεραιότητες της ιταλικής προεδρίας στην Ευρωπαϊκή Eνωση, μετά τις δηλώσεις του Ρέντσι, η στενή του συνεργάτις και μέλος της διεύθυνσης του Δημοκρατικού Κόμματος Ντέμπορα Σερακιάνι, σε συνέντευξή της στη RAI, τόνισε ότι «με την προεδρία μας ο Ματέο Ρέντσι θα ζητήσει να αυξηθεί το χρονικό περιθώριο που έχει οριστεί για τη μείωση του δημόσιου χρέους και να ξεκινήσει, παράλληλα, ένα μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων έργων με ευρωπαϊκή στήριξη».

Σε αντάλλαγμα, η Ιταλία και οι άλλες μεσογειακές χώρες θα πρέπει να υποσχεθούν, μεταξύ άλλων, βαθιές μεταρρυθμίσεις στη γραφειοκρατία τους, αδιάβλητους μειοδοτικούς διαγωνισμούς και αποτελεσματική απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων.

Η Ρώμη, λοιπόν, δεν ζητεί να υπερβεί το όριο του 3% του δημοσιονομικού ελλείμματος σε σχέση με το ΑΕΠ, αλλά «να χρησιμοποιήσει το περιθώριο ευελιξίας που υφίσταται στις ευρωπαϊκές συνθήκες.

Αυτό είπε ο Ρέντσι για να εισπράξει την καταρχήν ξεκάθαρη άρνηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και του Γενς Βάιντμαν περί χαλάρωσης και μία μέρα μετά τη «διπλωματική» άρνηση της ίδιας της Μέρκελ.

Η αρνητική απάντηση του Βερολίνου (εις τριπλούν) και η (δημόσια) ενόχληση

Μέρκελ: Η Γερμανίδα καγκελάριος είπε ότι η κυβέρνηση συνασπισμού συμφώνησε ότι οι χώρες πρέπει να χρησιμοποιήσουν την ευελιξία που προσφέρει το Σύμφωνο Σταθερότητας για την προώθηση της ανάπτυξης, του ανταγωνισμού και για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. «Η γερμανική κυβέρνηση συμφωνεί ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης προσφέρει εξαιρετικές συνθήκες για τον σκοπό αυτόν, με σαφείς περιορισμούς και όρια, από τη μία πλευρά, και με πολλά εργαλεία που επιτρέπουν την ευελιξία, από την άλλη» δήλωσε η Μέρκελ. «Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε και τα δύο, όπως και κατά το παρελθόν».

Σόιμπλε: «Τηρήστε τους κανόνες που έχουμε συμφωνήσει» λέει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά ότι η χαλάρωση στους όρους δημοσιονομικής πειθαρχίας θα μπορούσε να έχει ευνοϊκές συνέπειες στην ευρωπαϊκή οικονομία. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών επιμένει ότι το γερμανικό μοντέλο δημοσιονομικής πειθαρχίας και παράλληλης ανάπτυξης μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες με τα ίδια, θετικά αποτελέσματα που είχε για τη Γερμανία.

Βάιντμαν: «Ερχεται σαν κρύο ντους όταν διαπιστώνει κανείς ότι, μόλις χαλαρώσει η πίεση στις αγορές, εμφανίζονται από την πλευρά των πολιτικών αιτήματα για χαλάρωση των κανόνων… Δεν έχουμε ανάγκη από αποδυνάμωση, αλλά από ενίσχυση των δημοσιονομικών κανόνων» γράφει ο Βάιντμαν, που επικρίνει κυρίως τη Γαλλία που ζητά χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας και να προστατευθούν οι δημοσιονομικοί κανόνες από τις πολιτικές παρεμβάσεις. Υπενθυμίζει, δε, ότι η Ευρώπη αναγκάστηκε να διαθέσει μερικά δισεκατομμύρια ευρώ για τη διάσωση ορισμένων χωρών, ενώ η νομισματική πολιτική έχει εν μέρει φτάσει στο όριό της.

Ο Ιταλός πρωθυπουργός, πάντως, πρόκειται να ανοίξει πιο αναλυτικά τα χαρτιά του στις 2 Ιουλίου, μιλώντας ενώπιον του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο.

Παζάρι παρασκηνίου

Οσοι ελπίζουν σε μια άτακτη υποχώρηση της Μέρκελ είναι προφανές ότι θα διαψευστούν. Θα θελήσει, λοιπόν, να βάλει νερό στο κρασί της η απόλυτη ηγέτις της Ε.Ε.; Προφανώς και ναι, αλλά μόνο εντός των προβλεπόμενων ορίων. Η Μέρκελ γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί να έχει συνομιλητές που να καταποντίζονται στις εθνικές κάλπες. Αυτό από μόνο του είναι ένας λόγος για πρωτοβουλίες που μπορούν να «βαπτιστούν» χαλάρωση και που θα βάλουν στο παιχνίδι την ανάπτυξη… Δεν θα είναι, όμως, η χαλάρωση των δημοσιονομικών που θα ήθελαν οι χώρες που υποφέρουν από τη λιτότητα. Το Βερολίνο θα θελήσει να αναζητήσει κάποιες ισορροπίες μεταξύ αυτών που ζητούν απεγνωσμένα οι ηγέτες των χωρών που πλέουν εν μέσω τρικυμίας και των δικών του όρων που θα πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα. «Η ιστορία της ευρωζώνης δείχνει ότι οι αλλαγές έρχονται πάντα αργά και είναι μικρές» λέει ο Μουντσάου και συνεχίζει: «Αυτή τη φορά, όμως, το διακύβευμα είναι μεγάλο: αυτό που κρίνεται είναι αν η Ιταλία και άλλες υπερχρεωμένες χώρες μπορούν να συνυπάρξουν σε μια νομισματική ένωση με τη Γερμανία».

Στέλλα Θεοδώρου

{{-PCOUNT-}}21{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ