Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2021

Χριστόδουλε (μας), σε αποζητούμε! Σαν σήμερα «έφυγε» ο αξέχαστος Αρχιεπίσκοπος

Ένα συγκινητικό κείμενο του αείμνηστου Σ. Καργάκου με αφορμή τα 13 χρόνια από την κοίμηση του αξέχαστου Αρχιεπισκόπου

H ταν Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2008 όταν οι καμπάνες όλης της Ελλάδος ήχησαν πένθιμα, μεταφέροντας τη θλιμμένη είδηση ότι «ο Χριστόδουλός μας» βιάστηκε να φύγει πρόωρα, χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο.

Ο μακαριστός Χριστόδουλος είχε προειδοποιήσει αρκετά χρόνια πίσω για τα δεινά που βιώνει σήμερα η πατρίδα μας και για την πολεμική εναντίον της Εκκλησίας από τα διάφορα «σκοτεινά κέντρα των αποφάσεων», όπως έλεγε. «Να είστε έτοιμοι, γιατί κάποιοι προετοιμάζουν γενική έφοδο κατά της χώρας» επισήμαινε, ενώ το 2007, στο τελευταίο μήνυμά του, προέτρεπε για «αντίσταση και ανάκαμψη για ό,τι κινδυνεύει».

Δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατό του, το ερώτημα «πού είσαι, Χριστόδουλε;» τίθεται καθημερινά στις δύσκολες ημέρες που ζούμε από πάρα πολλούς φίλους αλλά και υπεναντίους του. Ενας από τους αγαπημένους και στενούς φίλους του μακαριστού Αρχιεπισκόπου ήταν και ο αείμνηστος ιστορικός, φιλόλογος και δοκιμιογράφος Σαράντος Καργάκος. Μόλις λίγο καιρό προτού «φύγει» κι αυτός, κατέγραψε σε ένα συγκινητικό κείμενο τα συναισθήματά του για την έλλειψη του μεγάλου πνευματικού ηγέτη της χώρας μας και επιστήθιου φίλου του, μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Αυτό το κείμενο θυμόμαστε σήμερα.

«Ὅταν ἔφυγε, ἔγραψα: “Σέ κλαίει ὁ λαός!” Σήμερα, μετά ἀπό τήν παρέλευση τόσων ἐτῶν ἀπό τή θανή του, εἶμαι ὑποχρεωμένος νά γράψω: “Σέ θέλει ὁ λαός!” Στό διάστημα τῆς ἐπίγειας ἀπουσίας του “ἔφυγαν” κι ἄλλοι πολλοί, μεγάλοι καί τρανοί, πού ἦσαν πασίγνωστοι ἐδῶ κι ἐκεῖ. Ὅλους ὅμως τούς πῆρε τό ποτάμι τῆς Λήθης. Μόνον ὁ Χριστόδουλος ζῆ – ἄσβηστο καντήλι στήν ψυχή τοῦ ἁγνοῦ λαοῦ, πού πονεῖ γιά τήν ἔρμη πατρίδα. Ὅσο ζοῦσε ὁ Χριστόδουλος, ὁ λαός εἶχε μιάν ἐλπίδα: εἶχε ἕναν ἡγέτη! Ἦταν γιά τόν λαό μας ὅ,τι καί ὁ… Χρυσόστομος γιά τόν ἐγκαταλελειμμένο λαό τῆς Σμύρνης. Καί οἱ δύο ὁδηγήθηκαν στό μαρτύριο: ὁ Σμύρνης ἀπό τόν τουρκικό ὄχλο, ὁ Ἀθηνῶν καί Ἑλλήνων πάντων ἀπό τόν δημοσιογραφικό καί τον χαμηλοπολιτικό ὄχλο. Ὁ ἕνας πέθανε βασανισμένος, ὁ ἄλλος πέθανε φαρμακωμένος. Κανείς δέν ἤπιε τόσο φαρμάκι ὅσο ὁ Χριστόδουλος. Γιατί εἶχε παπαφλέσσειο ἀνάστημα καί ὕψωνε φωνή ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος. Κουβαλοῦσε μέσα του τήν παράδοση τοῦ 1821. Μέ τόν λόγο του ξαναζωντάνευε τ᾽ ἀρματολίκι, τούς καιρούς τῆς παλληκαριᾶς καί τῆς λεβεντιᾶς. Τόν ἔφαγαν ἡ χαμέρπεια καί ἡ κακομοιριά. Ἡ χυδαία κακολογία καί ἡ μικρολογία. Ἔπρεπε νά πέσει γιά νά πεισθοῦν οἱ κακόπιστοι πόσο μεγάλος ἦταν!

Δανείζομαι μιά φράση τοῦ Παν. Κανελλόπουλου γιά νά τόν παραστήσω: “Τόν μικρό τόν γνωρίζει κανείς ἀπό τήν ἄνοδό του· τόν μεγάλο, ἀπό τήν πτώση του”. Ναί, ὅταν ἔπεσε ὁ Χριστόδουλος, ἦταν σάν νά ἔπεσε ἡ Βασιλική Δρῦς τῆς πατρίδας. Ὁ λαός ἔχασε τόν ἄνθρωπο πού τοῦ προσέφερε ὅραμα, δύναμη, ἀντιστασιακή διάθεση.. Ὁ Χριστόδουλος χτυποῦσε διαρκῶς τήν καμπάνα τοῦ συναγερμοῦ, διότι “ἄκουε τήν βοήν τῶν πλησιαζόντων γεγονότων”. Γι᾽ αὐτό εἶχε ἀπέναντί του ὅλους αὐτούς πού ἀπεργάστηκαν τήν σημερινή μας κατάντια. Δυστυχῶς, στήν Ἑλλάδα, ἀντί νά χτυπᾶμε αὐτούς πού βάζουν τήν φωτιά, χτυπᾶμε ἐκείνους πού βαρᾶνε τήν καμπάνα τοῦ συναγερμοῦ. Δεκάδες οἱ φαρέτρες μέ τά δηλητηριασμένα βέλη πού στρέφονταν ἐναντίον του. Μέ τήν δῆθεν σάτιρα ἀπό τήν τηλοψία, ἀπό τό ραδιόφωνο, ἀπό τό πάλκο καί τόν Τύπο, οἱ νάνοι ἀντίπαλοί του τοῦ ἔκαναν τή ζωή του φαρμάκι. Κι αὐτός, σάν τόν μάρτυρα Χρυσόστομο, συγχωροῦσε.

Στά χρόνια του ἡ Ἐκκλησία “ἔλαμπε ἀπό χαμόγελο”, μπῆκε τό γέλιο στήν Ἐκκλησία. Κέρδισε τήν παραπαίουσα νεολαία. “Κι ἐγώ μαζί σας ἀλλά κι ἐσεῖς μαζί μου”. Κι οἱ νέοι θά πήγαιναν μαζί του, ἔστω κι ἄν τούς ὁδηγοῦσε στό Ζάλογγο. Θά ἔπεφταν, ἀλλά θά ἔπεφταν σάν τόν Ἴκαρο, ἀπό ψηλά. Εἶχε ἰκάριο πνεῦμα μέσα του ὁ Χριστόδουλος. Πετοῦσε πάνω ἀπό τά εὐτελῆ καί τούς εὐτελεῖς σάν τόν βασιλικό ἀητό. Ἐκάλυπτε τούς πάντες μέ τήν καλλιφωνία του, τήν πολυγνωσία του, τήν πολυγλωσσία του, μέ τό ἱλαρό φῶς τοῦ προσώπου του. Ἄγρυπνος σάν τόν Ἄργο, μελετοῦσε τά πάντα κι ἦταν ἐνήμερος γιά τά πάντα. Ἔγραφε ἀκατάπαυστα ἀκόμη κι ὅταν συνομιλοῦσε, ἀκόμη κι ὅταν τηλεφωνοῦσε. Συχνά τόν μάλωνα: “Πότε ξεκουράζεσαι;” Κι αὐτός μέ τό δροσᾶτο γέλιο του: “Ὅταν δουλεύω!” Τοῦ ἄρεσε νά μέ νευριάζει καί νά μέ πιάνει τό “μανιάτικο”, ὁπότε οἱ τύποι πήγαιναν περίπατο. Μέ φώναζε -γιά νά μέ ἐρεθίζει- Σαράντη. Τοῦ ᾽λεγα, τοῦ ξανάλεγα ὅτι Σαράντο -κι ὄχι Σαράντη- λέμε στή Μάνη. Κι αὐτός ἐπέμενε στό “Σαράντη”, ἔτσι, γιά νά μέ “φουρτουνιάζει”. Τοῦ ἄρεσε ἡ “φουρτούνα” μου. Κάποτε μοῦ εἶπε περιπαικτικά: “Νά δοῦμε πῶς θά περνᾶς στόν Παράδεισο…” Τόν κοίταξα λοξά καί τοῦ εἶπα εἰρωνικά: “Ἔχω κάνει αἴτηση ὡς ἱστορικός νά πάω στήν Κόλαση. Ἐκεῖ θά βρῶ ὅλους τούς μεγάλους τῆς Ἱστορίας. Κι ἀκόμη θά γλυτώσω κι ἀπό σᾶς τούς Δεσποτάδες”.

Κι ὁ μεγαλόθυμος Χριστόδουλος μέ ἀποστόμωσε -παρότι Θρᾶξ- μέ τό λακωνικό: “Μήν τό πολυελπίζεις αὐτό!” Ἔτσι, μέ τό χιοῦμορ, τήν ἑτοιμολογία, τήν λεκτική εὐθυβολία, τήν εὐθυφροσύνη καί τήν μεγαλοφροσύνη ἤξερε νά κερδίζει καρδιές. Βέβαια, οἱ μικρόψυχοι τόν φθονοῦσαν. Τόν φθονοῦσαν καί ὅσοι εἶχαν βαλθεῖ νά ξεριζώσουν τήν γλῶσσα μας, νά ξεπατώσουν τήν παιδεία μας, νά ξεδοντιάσουν τήν Ἐκκλησία μας, νά σπιλώσουν τήν Ἱστορία μας, νά ἀκρωτηριάσουν τήν πατρίδα μας. Τόν φθονοῦσαν ὅλοι αὐτοί πού προσπάθησαν καί προσπαθοῦν νά μετατρέψουν ἕναν γίγαντα λαό σέ λαό νάνων.

{{-PCOUNT-}}12{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ