Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2021

«Έτσι γνωρίστηκα με τους Ποντίους. Και τους αγάπησα»

Μεγάλωσα σε μια πόλη όπου άνθησε και ανθεί ο Ποντιακός Ελληνισμός, στη Νίκαια. Οι παρέες της οικογένειάς μου ήταν όλες σε «ίδης».

  • Από τον Δημήτρη Καπράνο

Οι οικογένειες Παυλίδη, Τσονταρίδη, Χονδρομματίδη, Λεπτίδη. Μερικές και σε «όπουλος», όπως του φίλτατού μας Φώτη Χρηματόπουλου και του κουμπάρου μας, ξυλουργού Γιώργου Παπαδόπουλου. Οι μεγάλες εκδηλώσεις της Νίκαιας γίνονταν στην «Ποντιακή Στέγη», που διέθετε μεγάλη αίθουσα με σκηνή, αυλαία και παρασκήνια. Η ποντιακή λύρα ακουγόταν σε κάθε γειτονιά και οι σύλλογοι των Ποντίων ήταν πρώτοι στα γλέντια και τα έθιμα.

Αργότερα, όταν ήμουν στο δημοτικό, προστέθηκε στην οικογένειά μας η κυρα-Δέσποινα Ευθυμιάδου από την Κερασούντα κι εμείς, μικρά παιδιά, αρχίσαμε να μαθαίνουμε και ποντιακά τραγούδια. «Λελεύω-σε λελεύω σε κόκκινον πιπερόπον / για έλα έμπα στον χορόν για κρα και το χερόπον»… Η κυρα-Δέσποινα ήταν από εκείνους που γλίτωσαν το τουρκικό μαχαίρι, αλλά διώχθηκαν αργότερα από τον Στάλιν και βρέθηκε -ορφανή από γονείς- μονάχη της, με την αδελφή της Αθηνά, στον Πειραιά. Έμεινε ανύπαντρη και κατέληξε οικονόμος στο σπίτι μας, όπου έζησε περισσότερα από δέκα χρόνια…

Τα βράδια, λοιπόν, πριν κοιμηθούμε και καθώς οι γονείς μας, μέλη της καλής αστικής κοινωνίας του Πειραιά, έλειπαν συχνά πότε στο θέατρο, πότε στο σινεμά, πότε στους πολλούς συγγενείς μας, μας μάζευε τα αδερφάκια γύρω από το τραπέζι και μας έλεγε… Μιλούσε για τον πατέρα της, που ήταν εφοπλιστής και είχε το «Σοχούμ-παπόρ», κι εγώ την άκουγα με προσοχή. Αργότερα, όταν εκείνη είχε πεθάνει κι εγώ ήμουν πια δημοσιογράφος φτασμένος, βρέθηκα στην Οδησσό, όπου έμενε η οικογένειά της. Πήγα στα αρχεία του δήμου και έψαξα να δω αν έλεγε αλήθεια.

Πράγματι, βρήκα στα κατάστιχα τα πάντα. Την οικογένεια Ευθυμιάδη, τα επτά της αδέλφια, την αδελφή της Αθηνά (μόνο οι δυο τους επιβίωσαν από τις κακουχίες) αλλά και τον νονό της Μαρασλή και το «Σοχούμ παπόρ», καθώς ο Ευθυμιάδης είχε όχι ένα αλλά τρία βαπόρια!

Έτσι γνωρίστηκα με τους Ποντίους. Και τους αγάπησα. Κι ακόμα θυμάμαι κάθε του Αγίου Αθανασίου, όταν εόρταζε ο πατέρας μας και το σπίτι ήταν ανοιχτό, που ερχόταν το συγκρότημα των Ποντίων (τους έφερναν ο δικηγόρος Τσονταρίδης και ο δήμαρχος της πόλης, ο Τουντουλίδης) και χόρευαν ποντιακούς χορούς στο σαλόνι μας!

Η μάνα μας έτρεμε, γιατί χτυπούσαν τα πόδια τους στο ξύλινο πάτωμα με ορμή και ήτανε έτοιμο να βουλιάξει. «Και του είπα να κάνει το σαλόνι μωσαϊκό, θα μου το σπάσουν οι Πόντιοι» έλεγε η δασκάλα με δέος! Η εκτίμησή μου προς τους Ποντίους ανέβηκε πολύ περισσότερο όταν γνωρίστηκα και είχα πολλές συναντήσεις και συζητήσεις με τον Χαράλαμπο Τριανταφυλλίδη (Χάρρυ Κλυνν), ο οποίος λάτρευε τους συμπατριώτες του και τον Πόντο. Δεν υπήρξε στιγμή που να μην κάνει αναφορά στους Ποντίους και στο δράμα του λαού του. Και, χάρη στον Χάρρυ, κάθισα και μελέτησα, και διάβασα, και άκουσα, και έπαιξα μουσική, και μπήκα στο πετσί των Ποντίων.

Δεν το είχαμε σε τίποτα να πειράζουμε τους Ποντίους. Εναν φίλο μας, συμμαθητή, τον λέγαμε «Αούτο». Με άκουσε μια φορά ο πατέρας μου και με φώναξε. «Δεν μου λες, ξέρεις τι θα πει “αούτος”; Απάντησα ότι θα πει «Πόντιος», αλλά τότε έμαθα ότι το «αούτος» ήταν η ποντιακή εκφορά της αντωνυμίας «αυτός», αλλά με αρχαία ελληνική προφορά! Εκτοτε ανέβηκαν ακόμη περισσότερο στην εκτίμησή μου. «Ρε σεις, και οι Πόντιοι μιλάνε αρχαία ελληνικά!» είπα την επομένη στους συμμαθητές μας! Για σκεφτείτε, όμως, μερικά σημαντικά πράγματα:

• Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εξέχοντες Πόντιοι, ο Κ. Κωνσταντινίδης στη Μασσαλία, ο Β. Ιωαννίδης και ο Θ. Θεοφυλάκτου στο Βατούμι, ο Ι. Πασσαλίδης από το Σοχούμι, ο Λ. Ιασωνίδης, ο Φ. Κτενίδης στο Κρασνοντάρ και οι μητροπολίτες Τραπεζούντας Χρύσανθος και Αμάσειας Γερμανός, προώθησαν την ιδέα της δημιουργίας Ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου. Με υπομνήματα και παραστάσεις προς τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων πρότειναν τη δημιουργία ανεξάρτητης κρατικής οντότητας, σχέδιο όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

• Η Αυτόνομη Δημοκρατία του Πόντου περιλάμβανε την περιοχή της Σινώπης έως το ανατολικό άκρο του Εύξεινου Πόντου (Βατούμι) και είχε το 1918 έκταση 71.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων και 2.048.250 κατοίκους, από τους οποίους 697.000 ήταν Ελληνες ορθόδοξοι. Οι κυριότερες πόλεις του Πόντου ήταν η Τραπεζούντα με 50.000 κατοίκους, από τους οποίους 15.000 ήταν Έλληνες, η Κερασούντα με 20.000 κατοίκους, από τους οποίους 12.000 ήταν Έλληνες, η Τρίπολη με 10.000 συνολικό πληθυσμό και 3.000 Έλληνες, τα Κοτύωρα με 12.000 πληθυσμό και με 6.000 Έλληνες, η Αμισός (Σαμψούντα) με 35.000 κατοίκους, από τους οποίους 18.000 Έλληνες, η Σινώπη με 15.000, από τους οποίους 4.500 Έλληνες, η Νικόπολη με 1.500 Έλληνες, η Αργυρούπολη με 6.000 κατοίκους, από τους οποίους 2.500 Έλληνεςκαι η Αμάσεια με 42.000, από τους οποίους 18.000 ήταν Έλληνες. Σε όλο τον Πόντο λειτουργούσαν 1.047 σχολεία με 1.247 καθηγητές και δασκάλους και 75.953 μαθητές και μαθήτριες.

Ανάμεσα στα σχολεία ήταν το φημισμένο Φροντιστήριο Τραπεζούντας, το Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως, το Λύκειο Γουμεράς, το Ημιγυμνάσιο Κερασούντας, το Γυμνάσιο Αμισού, το κολέγιο Ανατόλια Μερζιφούντας κ.ά. Σε σύνολο επίσης 1.131 ναών, 22 μοναστηριών, 1.647 παρεκκλησίων και 1.459 κληρικών της εποχής αυτής περίφημα ήταν για τη διατήρηση και καλλιέργεια του θρησκευτικού φρονήματος και της παιδείας συνάμα τα μοναστήρια Παναγίας Σουμελά, Παναγίας Γουμερά, Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, Αγίου Ιωάννου του Βαζελώνος κ.ά.

Η πρώτη φάση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου άρχισε το 1908. Η δεύτερη άρχισε το 1915, όταν οι συγκρούσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αναβάθμισαν την πολιτική της Γενοκτονίας.

Η περίοδος 1919-1924 αποτελεί την τρίτη, τελευταία και πιο έντονη φάση της Γενοκτονίας, όταν η εδραίωση του Μουσταφά Κεμάλ στο οθωμανικό εσωτερικό συμπίπτει με τη δημιουργία της ΕΣΣΔ και τη βοήθειά της προς το εθνικιστικό κεμαλικό κίνημα, την ελληνική παρουσία στην Ιωνία και την ανατολική Θράκη, καθώς και την αλλαγή στους προσανατολισμούς όσον αφορά την εξωτερική πολιτική των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Είναι η στιγμή που το ζήτημα της ίδρυσης ανεξάρτητου ποντιακού κράτους, αν και τέθηκε, συνάντησε την αντίθεση του Ελευθερίου Βενιζέλου και η χρονική φάση που ο Μουσταφά Κεμάλ και ο Τοπάλ Οσμάν ένωσαν τις δυνάμεις τους.

O αρθρογράφος της εφημερίδας «Daily Telegraph», σχολιάζοντας τους διωγμούς του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας στην Τραπεζούντα το 1919, γράφει ότι «οι τωρινοί εκτοπισμοί και οι σφαγές στη Μικρά Ασία είναι χωρίς προηγούμενο στην τουρκική ιστορία. Ξεπερνούν σε σημασία αυτές της εποχής του Gladston, και ακόμη και αυτές που πραγματοποιήθηκαν το 1915…

Οι συμμορίες των Εθνικών Οργανώσεων συσπειρώνοντας σε κάθε χωριό τους φανατικούς μουσουλμάνους κατοίκους πολιορκούσαν τα ειρηνικά ελληνικά χωριά και μαζί με τον αφανισμό των κατοίκων εξαφάνιζαν από το πρόσωπο της γης και την ύπαρξη των κτισμάτων του χωριού. H τρομοκρατία ξεπέρασε κάθε όριο. Οι συμμορίες λυμαίνονταν τις περιοχές του Πόντου. Δηλητηρίαζαν τους πάντες και τα πάντα και διατυμπάνιζαν ότι αν οι όροι της ειρήνης δεν ήταν ικανοποιητικοί, τότε η γενική καταστροφή θα ήταν πραγματικότητα. Μαζί με τις οργανωμένες κεμαλικές ομάδες συνυπεύθυνος στον ξεσηκωμό του λαού ήταν και ο οθωμανικός Τύπος, «ο αίτιος όλων των δεινών, πασών των συμφορών, ο ωθήσας την ατυχή χώραν εις το χείλος του τάφου, ο βυθίσας εις την άβυσσον το κράτος»…

{{-PCOUNT-}}16{{-PCOUNT-}}

Η εφημερίδα δημοκρατία δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ